Άποψη

Οι Παχιές και οι Ισχνές Αγελάδες

epi-agrotis4Γράφει ο Χρήστος Ζάγκας

Το αγροτικό πρόβλημα συνδέεται άμεσα με το έλλειμμα μιας εθνικής αγροτικής πολιτικής. Ενώ οι δεσμεύσεις και ο προσανατολισμός της Κ.Α.Π. αποσάρθρωσαν τον αγροτικό τομέα.

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική Κ.Α.Π. ήταν προβληματική από την πρώτη της εφαρμογή (το 1962 στην Ε.Ο.Κ.) στις αρχές της δεκαετίας του 80’ στη χώρα μας. Δόθηκαν ενισχύσεις συνδεδεμένες με την ποσότητα (κιλά) στην παραγωγή γεωργικών προϊόντων. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αυξηθούν η ποσότητες των παραγόμενων αγροτικών προϊόντων, πχ. βαμβάκι, καπνός, εσπεριδοειδή, να καταβαραθρωθεί η ποιότητα αφού κανείς δεν ενδιαφερόταν να πουλήσει λόγω ότι είχε εξασφαλισμένο εισόδημα από την επιδότηση, με συνέπεια να χάσουμε την πρόσβαση σε παραδοσιακές αγορές (πχ. Το ποιοτικό βαμβάκι που παραδοσιακά πωλούνταν σε απαιτητικές ευρωπαϊκές αγορές, αντικαταστάθηκε με κακής ποιότητας βαμβάκι). Από τότε είχαμε βάλει στον αυτόματο τον πρωτογενή τομέα. Το Υπουργείο Γεωργίας με αρωγούς και τους εκπροσώπους των αγροτών ΠΑΣΕΓΕΣ, ΓΕΣΑΣΕ, ήταν απασχολημένο να σχεδιάζει προγράμματα και πολιτικές στήριξης με βάση μια λάθος στρατηγική και χωρίς όραμα.

Έτσι φτάσαμε το 1992 στην αναθεώρηση της Κ.Α.Π. (δεύτερη Κ.Α.Π.). Οι Ευρωπαίοι ως «μωρές παρθένες» σωστά διαπίστωσαν ότι ξόδευαν πολλά χρήματα για τις υπερβάλλουσες ποσότητες που παράγαμε στην Ελλάδα και μεταξύ άλλων σκέφτηκαν να βάλουνε ποσόστωση (πλαφόν) παραγωγής. Εισήγαγε για πρώτη φορά το καθεστώς των άμεσων ενισχύσεων προς τους αγρότες αποσκοπώντας στην μείωση της παραγωγής. Το Υπουργείο Γεωργίας μοίρασε στους παραγωγούς με βάση ιστορικά στοιχεία την ποσότητα που ο καθένας μπορούσε να παράγει. Οι παραγωγοί συνέχισαν να παράγουν ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες αγροτικών προϊόντων, χωρίς να έχουν κίνητρο για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους και την εμπορία τους. Στη χώρα κυριάρχησε η καλλιέργεια όσων προϊόντων ήταν επιλέξιμα προς επιδότηση. Παραδοσιακές καλλιέργειες π.χ. οσπρίων ήρθαν σε δεύτερη μοίρα, και οι ανάγκες της αγοράς καλύφθηκαν με υποδεέστερης ποιότητας εισαγόμενα προϊόντα. Ολόκληρη η χώρα μετατράπηκε σε μια απέραντη μονοκαλλιέργεια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εισάγουμε όχι ότι δεν μπορούσαμε να παράγουμε αλλά ότι δεν επιδοτούνταν και δεν ενδιαφερότανε κανείς να καλλιεργήσει.

Το πρόβλημα τώρα (με το πλαφόν παραγωγής) ήταν οι υπερβάλλουσες ποσότητες οι οποίες δεν μπορούσαν να πληρωθούν – επιδοτηθούν με αποτέλεσμα οι αγρότες να κλείνουν τους δρόμους ώστε να πιέσουν για την πληρωμή τους. Η Ε.Ε. βλέποντας το πρόβλημα θέλησε να αναχαιτίσει την υπερπαραγωγή των επιδοτούμενων αγροτικών προϊόντων βάζοντας το 1993 συνυπευθυνότητα δηλ. όσο παραπάνω ήταν η παραγωγή σε ένα αγροτικό προϊόν τόσο μεγαλύτερη θα ήταν και η συνολική μείωση του ποσού ενίσχυσης στο προϊών αυτό.  Το πρόβλημα δεν λύθηκε, συνεχίστηκε με τους αγρότες στους δρόμους, με μοναδικά αιτήματα την πληρωμή τους (όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά). Ο πρωτογενής τομέας στην ουσία ήτανε διασωληνωμένος και οι αγρότες ζούσαν στην πλειοψηφία τους από τις επιδοτήσεις (στο σύνολο των εισροών στον πρωτογενή τομέα το 55% ήταν επιδοτήσεις και το 45% από την πώληση των προϊόντων).

Ήταν αντιληπτό αλλά κανείς δεν έλεγε την αλήθεια (Κυβέρνηση με την εκάστοτε αντιπολίτευση, Αγροτοσυνδικαλιστές, κτλ), ο εκφυλισμός του αγροτικού επαγγέλματος είχε ήδη αρχίσει. Οι αγρότες επαγγελματίες και μη ζούσαν ημέρες ευημερίας, η επίπλαστη ανάπτυξη είχε έρθει για όλους. Ωστόσο η χώρα μας μετατράπηκε από πλεονασματική σε ελλειμματική σε αγροτικά προϊόντα. Στην πραγματικότητα είχαμε πάρει λάθος κατεύθυνση αλλά για την ώρα αυτό δεν φαινόταν. Γιατί εισέρεαν στους λογαριασμούς και στην αγορά οι κοινοτικές και εθνικές ενισχύσεις.

koi-agrotisΑισίως φτάσαμε στο 2003 με την εφαρμογή της «Ατζέντα 2000» και αφού είχαμε ήδη μπει στη ζώνη του ευρώ. Η Ε.Ε. αντιλήφθηκε «έγκαιρα το πρόβλημα» (μόνο δυο δεκαετίες μετά) και αποφάσισε την αποσύνδεση της επιδότησης από την παραγωγή δίδοντας την απευθείας στους παραγωγούς με βάση ιστορικά στοιχεία των 3 τελευταίων ετών 2000-2001-2002. Δεν επιλέχθηκε κάποιο δυναμικό μοντέλο υπολογισμού και διανομής (όπως στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες) αλλά, όσοι έως εκείνη τη στιγμή είχαν δραστηριότητα παγιώθηκαν σε μία ενίσχυση τη λεγόμενη ενιαία ενίσχυση, την οποία θα πληρώνονταν είτε παρήγαγαν, είτε όχι μέχρι και το 2014. Αυτό ήτανε ακόμη μεγαλύτερο λάθος από το προηγούμενο (που έλυνε). Ουσιαστικά απέκλειε τους νεοεισερχόμενους στον αγροτικό τομέα αλλά και εκείνους που δεν διέθεταν ιστορικά στοιχειά γεωργικής – κτηνοτροφικής δραστηριότητας, κατά τα έτη αναφοράς για τον υπολογισμό της αποδεσμευμένης ενίσχυσης. Επιπλέων δημιουργούσε αγρότες δύο ταχυτήτων με βάση την πρόσβαση στο σύστημα ΕΑΣ – ΠΑΣΕΓΕΣ. Ενώ διατηρήθηκε ένα μέρος των ενισχύσεων ως συνδεδεμένες με την παραγωγή π.χ. βοοειδή, ελαιόλαδο κτλ.

Το ΥΠ.Α.Α.Τ. χωρίς κανένα εθνικό σχεδιασμό αυτοπεριορίστηκε να παρακολουθεί της κατευθύνσεις της  ΚΑΠ με τη διανομή των κοινοτικών ενισχύσεων μέσα από ένα διεφθαρμένο σύστημα διαχείρισης. (Απόδειξη τα περίπου  2 δις επιστροφές ως αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά την τελευταία 20ετία).

Χάθηκε πολύτιμος χρόνος για την πραγματική ανάπτυξη, αποκλείστηκαν από το αγροτικό επάγγελμα χιλιάδες νέοι επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ίσο με μια ολόκληρη γενιά, καταστράφηκαν τα όνειρα πολλών νέων αγροτών, ο αγροτικός πληθυσμός γέρασε, τα σχολεία έμειναν χωρίς παιδιά, τα χωριά αφυδατώθηκαν με τη σειρά τους, γιατί κάποιοι εισέπρατταν επιδοτήσεις και συνεχίζουν και σήμερα με βάση άστοχες πολιτικές, σαθρά στοιχεία, και δυστυχώς με την κάλυψη διεφθαρμένων παραγόντων και βυθισμένων σε χρέη αγροτικών συνεταιρισμών.

Υπάρχουν όντως αγρότες δύο ταχυτήτων. Είναι εκείνοι, κυρίως οι νέοι που παράγουν ή προσπαθούν να παράγουν χωρίς δικαιώματα και ενισχύσεις, αλλά έχοντας καλλιέργειες και παραγωγικά ζώα. Υπάρχουν και αυτοί που δεν παράγουν και εισπράττουν επιδοτήσεις χωρίς ζώα με βάση στοιχεία που δεν έχουν καμία βάση.

Το καθεστώς αυτό λειτουργεί σε βάρος της πραγματικής αγροτικής οικονομίας, έχει ακόμη ισχυρή και καθοριστική στήριξη από ένα παλιό, διεφθαρμένο τυφλό και παθητικό σύστημα που τρέφεται με πολύτιμους κοινοτικούς και εθνικούς πόρους.

Αυτό το περιβάλλον διαπλοκής υπηρετήθηκε στη βάση του πάρε – δώσε από το ίδιο το πολιτικό σύστημα προκειμένου να παραμένει στην εξουσία και αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Διαμορφώθηκε ένα σύμπλεγμα πελατειακών σχέσεων και εξαρτήσεων καταβαραθρώνοντας την συλλογική αξιοπρέπεια των αγροτών.

Η αγροτική ανάπτυξη δεν θα έρθει όσο διαστρεβλώνονται και ευνουχίζονται (με τον τρόπο που δίδοντα οι ενισχύσεις) τα πραγματικά κίνητρα, που μπορεί να έχει ένας νέος για να ασχοληθεί με το αντικείμενο και να παράγει. Όσο η γεωργία παραμένει εξαρτημένη από τις άμεσες ενισχύσεις τόσο θα είναι προβληματική για τους νέους η άσκηση αγροτικής δραστηριότητας.

Άμεσα κατά την ταπεινή μου γνώμη πρέπει να αλλάξει ο τρόπος που ενισχύεται ο πρωτογενής τομέας. Απαγκιστρώνοντας τους αγρότες από τις εξαρτήσεις που δημιουργούνται. Η αγροτική πολιτική πρέπει να στοχεύει στην παραγωγική ανασυγκρότηση και επανεκκίνηση της αγροτικής μας οικονομίας. Μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση είναι:

  • Η δημιουργία ενός αγροτικού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων Π.Δ.Ε. που θα περιλαμβάνει πρωτίστως τον εκσυγχρονισμό, την επέκταση και επαναλειτουργία όλων των αρδευτικών δικτύων, με πόρους που θα εξοικονομηθούν από την αλλαγή στο μοντέλο κατανομής των καθεστώτων ενίσχυσης.
  • Η παροχή ρευστότητας στους αγρότες (καλλιεργητικά δάνεια κτλ.).
  • Η χρηματοδότηση από το Π.Α.Α. ενός μεγάλου προγράμματος στήριξης της εγκατάστασης στο αγροτικό τομέα νέων οικογενειών, ανέργων κτλ παρέχοντας ισχυρά κίνητρα.
  • Η λήψη μέτρων μείωσης του κόστους παραγωγής
  • Η εξυγίανση του συστήματος εμπορίας.
  • Η εξυγίανση των αγροτικών συνεταιρισμών.
  • Η δίκαιη φορολόγηση κτλ.

Πρέπει σήμερα να κατανοήσουμε ότι καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα του αγροτικού τομέα, δεν είναι τόσο η εισοδηματική στήριξη, αλλά η ανάπτυξη των υποδομών, η ενίσχυση του ρόλου των παραγωγών στην εμπορία και γενικότερα η πρόσβαση στις αγορές.

Θέλουμε ανάπτυξη με την πραγματική έννοια του όρου και μέσα από μία ειλικρινή και αυστηρή αυτοκριτική που θα οδηγήσει στη σωστή προσπάθεια και πορεία.

 

Ο Χρήστος Ζάγκας είναι Ιχθυολόγος Τ.Ε. και εργάζεται στη Μ.Ο.Δ. ΑΕ (Μονάδα Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων Α.Ε). 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε Επίσης

Back to top button