West Side StoriesΡοή Ειδήσεων

Στιγμές από την ζωή της Χούνης Αγρινίου το 1968…

Πρωινό Κυριακής στο καφενείο του Γιάννη Στάθη

(Χούνη, Ιούνιος 1968, πριν το σχόλασμα της Εκκλησίας)

Γράφει ο Δημήτρης Πολίτης
…«Ιγώ στο είπα Γιάννη να μη βάλσ τρείς σούβλις, αλλά ισί δε μάκσις. Ποιος θα τ΄αγουράσ τόσο κρέας», έλεγε και ξανάλεγε μονολογώντας η κυρά Γιαννούλα η Στάθενα ενώ ταυτόχρονα ετοίμαζε τις παραγγελίες για τους καφέδες και για τα λουκούμια.
«Που θα πάει. Μι τόσο κόσμο π΄θα μαζιφτεί για τα στέφανα, θα του πλήσουμι όλο ‘’το ψτό’’», αποκρινόταν ο μπάρμπα Γιάννης στις συνεχείς αντιρρήσεις της γυναίκας του Γιαννούλας ότι δεν έπρεπε να σουβλίσουν τρία αρνιά.
Εδώ που τα λέμε, με το δίκιο της είχε τους φόβους της η κυρά Γιαννούλα. Τις Κυριακές μετά βίας ΄΄έφευγε΄΄ ένα σφάγιο. Πόσο τώρα που και στα τρία μαγαζιά είχαν βάλει για ψήσιμο από τρεις σούβλες το καθένα.
«Θα του φσάμι κι δε θα κριόνουμι Γιάν΄ι. Μας βλέπου να του τρώμι μαναχοί μας το ένα του ψτό»
«Γνέκα σταμάτα να γρινιάιζ και κοίτα να κάνουμι τη δλιά μας σουστά. Άκ τι σλέου ιγώ..Δεν ξέρς τι ζγίνιτι. Είσι ντίπ για ντίπ», είπε νευριασμένος ο κυρ Γιάννης και βγήκε γρήγορα έξω για να πάει να ΄΄δει΄΄ τα αρνιά που ψήνονταν.

Ο Γιάννης ο Στάθης, ήταν ο ένας από τους τρείς ιδιοκτήτες του ενός από τα τρία μαγαζιά του χωριού. Ο Χαρίλαος Παπαϊωάννου και ο Γιάννης ο Πρωτόγερος με τον αδερφό του τον Κώστα, ήταν οι άνθρωποι που είχαν τότε τα άλλα δύο μαγαζιά. Μαγαζιά έλεγαν τότε τα παντοπωλεία.
Από πολύ νωρίς αυτή την Κυριακή, εκτός από το κοκορέτσι που συνήθιζαν να βάζουν για ψήσιμο, είχαν βάλει επιπλέον ο καθένας τους και από τρεις σούβλες με αρνιά. Πιθανολογούσαν ότι σήμερα θα είχαν την ευκαιρία να πουλήσουν περισσότερο σουβλιστό αρνί, διότι σήμερα στο χωριό είχαν στέφανα, γάμο δηλαδή, οπότε θα επισκεπτόταν πολύ περισσότερος κόσμος τα μαγαζιά τους.
…«Γιάνν ή φκιάστο ή κλείστο αυτό το ρημάδ του ράδιου γιατί μας πήρι ταυτιά. Δεν ακούμι τίπουτα», του φωνάζει ο Λευτέρης απ΄ τη Λογγά, που από νωρίς είχε ΄΄πιάσει΄΄ το τραπέζι που ήταν ακριβώς έξω και αριστερά από την μπλε ξύλινη πόρτα του μαγαζιού.
Λογγά ήταν το όνομα μιας ημιορεινής αλλά δύσβατης τοποθεσίας του χωριού. Εκεί ζούσαν μόνιμα τέσσερεις με πέντε οικογένειες, οι Πολυχροναίοι, οι Στουρναραίοι και οι Τουρλιδαίοι. Η απόσταση από το κέντρο του χωριού ήταν περίπου μια ώρα ποδαρόδρομος. Στους διερχόμενους από τη Λογγά, προκαλούσε ιδιαίτερη εντύπωση ένα όμορφο δίπατο πέτρινο σπίτι που δέσποζε στην κορυφή του μικρού λόφου του συνοικισμού. Λέγεται ότι το σπίτι αυτό ανήκε στην οικογένεια Πολυχρόνη. Παρότι εγκαταλελειμμένο τόσα χρόνια από τους ιδιοκτήτες του λόγω αναζήτησης καλύτερων συνθηκών ζωής, εντούτοις μέχρι και σήμερα, συνεχίζει και παραμένει ακόμη όρθιο σε πείσμα του χρόνου.
Το όνομα ΄΄η Λογγά΄΄ δεν είναι γνωστό από πού ακριβώς προέρχεται. Πιθανολογώ ότι μάλλον προέρχεται από τη μορφολογία της περιοχής που ήταν σαν ‘’λόγγος’’ καθότι υπήρχε πυκνή βλάστηση από θαμνώδη δέντρα όπως κουμαριές και πουρνάρια. Βέβαια θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος. Γιατί ΄΄η Λογγά και όχι ο Λογγάς΄΄, μια και η λέξη ο λόγγος είναι όνομα αρσενικό;
Ισχυρίζομαι ότι οι πρώτοι που πήγαν και εξερεύνησαν αυτή την περιοχή προφανώς ήταν μόνο άνδρες. Και επειδή θέλησαν να κάνουν πιο ελκυστικό το μέρος και στους δικούς τους ανθρώπους ώστε να εγκατασταθούν εκεί, το ονόμασαν <<η Λογγά>>, όνομα που ταίριαζε και με τη μορφή της περιοχής αλλά παρέπεμπε και στο ωραίο φύλλο, δηλαδή στις γυναίκες.
Στη Λογγά λοιπόν, κατοικούσε και ο κυρ Γιάννης ο μυλωνάς με τον αδερφό του το Γιώργο. Το επώνυμο τους δεν ήταν μυλωνάς αλλά όλοι στο χωριό έτσι τους αποκαλούσαν. Ίσως και οι ίδιοι να είχαν ‘’ξεχάσει’’ το πραγματικό τους επώνυμο. Ο Γιάννης ο μυλωνάς είχε το νερόμυλο του χωριού. Να λοιπόν γιατί όλοι οι συγχωριανοί του τον αποκαλούσαν με το όνομα ΄΄ο Γιάννης ο μυλωνάς΄΄. Στον νερόμυλό του, όλοι οι κάτοικοι του χωριού, αλλά και από τα κοντινά χωριά, έφερναν σιτάρι και καλαμπόκι για άλεσμα ώστε να ζυμώνουν το ψωμί της χρονιάς.
Όμως εκείνη την εποχή τίποτα δεν ήταν εύκολο. Ο κυρ Γιάννης για να πάει μέχρι το νερόμυλο του, έπρεπε να διαβεί το Χουνιόρεμα, που όταν ΄΄κατέβαζε΄΄ αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο πρόσβασης. Στο χωριό υπήρχε και ένας άλλος νερόμυλος, ο νερόμυλος του Μαργαρίτη στον οικισμό Ριό. Όπως διηγούνται οι μεγαλύτεροι σε ηλικία κάτοικοι, ο μύλος του Μαργαρίτη ήταν μόνο <<χειμωνιάτικος>>. Δηλαδή ήταν σε λειτουργία μόνο τον Χειμώνα και τούτο γιατί το νερό που ήταν απαραίτητο για να λειτουργεί, το προμηθευόταν από έναν μικρό χείμαρρο που είχε αρκετό νερό μόνο το χειμώνα που και έβρεχε συχνά και χιόνιζε.
…«Εκείνο το τσίπρου π΄σούπα ιδώ κι μση ώρα ακόμα δεν μ΄τούφερις. Γαϊδράγκαθα έχι Γιάννη;» διαμαρτύρεται ο Μήτσος από το διπλανό τραπέζι.
«Γνέκα, τράβα εκείνο το τσίπρου στο Μήτσο γιατί δεν μπουρού να τον ακούω να κάνει σα νάνε μ΄κρό πιδί» λέει στη γυναίκα του τη Γιαννούλα ο Γιάννης και, γελώντας δυνατά απευθύνεται που αλλού, πάλι στη γυναίκα του τη Γιαννούλα.
«Καλά ρε γνέκα, δεν ακούς τόση ώρα ώρα που το τρανζίστουρ κάνι παράσιτα; Πιάσι έναν άλλο σταθμό, γιατί ου Λευτέρς παραπουνιέτι.
Και γυρίζοντας στο Λευτέρη του λέει πειραχτικά.
«Πιδίμ Λευτέρ έχσ κι στ΄ Λουγκά ράδιο;»
«Μα επειδή δεν έχουμι ράδιο στ΄Λουγκά, γι΄αυτό ερχόμαστι ιδώ τσ΄Κυριακές. Για ν΄ακούμι κανα τραγούδ και κανα νέου. Κι δεν μι πράζ αν δεν λέι ΄΄τνΜπαντουβάλα τ΄Καζατζίδ΄΄. Και η΄΄Ιτιά΄΄ κι ου Σελήμπεης κι ου Ήλιους μ΄αρέσνι, ακόμα κι η΄΄μουρμούρα΄΄ μ΄αρές.», λέει ο Λευτέρης και αμέσως αρχίζει να σιγοψιθυρίζει τους στοίχους του τραγουδιού.
«Μην αρχίζεις τη μουρμούρα, άκου πρώτα να σου πω, χθες το βράδυ είχα μπλέξει, σ΄ένα γλέντι φιλικό, είχε όμορφα κορίτσια, και ξεχάστηκα να ρθώ…»
«Αλλά να ακούγονται (τα τραγούδια) κι όχι να βήχ του ράδιου», λέει ο Λευτέρης σταματώντας απότομα να τραγουδάει. Και ευθύς αμέσως συμπληρώνει.
«Αλλιώς τι του θέλουμι τέτοιο ράδιου. Καλύτερα να το κλιις και να του πας στον αγροτικό γιατρό στον ΑιΒλάσση να το κοιτάξ τι έχει».
«Ρε Λεφτεράκι, και τι θα τ΄ δώσ ου γιατρός, κινίνο; » , μπήκε στη κουβέντα το μόνιμο πειραχτήρι του χωριού ο Γάκιας.
«Άμα είνι να το φκιάξ ας τ΄ δώκ και κινίνο» απαντάει μάλλον έξυπνα ο Λευτέρης.
Ο Γάκιας αν και πειράχτηκε ο εγωϊσμός του που του ‘’βγήκε’’ με τέτοια απάντηση ο Λευτέρης, δεν το έδειξε και, αντίθετα γελώντας του είπε.
«Τώρα κατ΄μας είπις. Δεν πας μέχρι τα΄Αγρίνιο να δεις αν έρχουμι Λευτεράκη;»
«Βρε δεν μπας να κουρευτείς λέου ιγώ. Και δε βλέπου κι το κουρέα ναχει έρθ ακόμα απ΄τα Παλιοχώρια» του απαντάει ο Λευτέρης.
…Λίγο- πολύ, αυτοί ήταν οι διάλογοι μεταξύ των χωριανών. Πείραζαν ο ένας τον άλλον αλλά χωρίς σκοπιμότητες. Βέβαια συζητούσαν και για τα ζωντανά τους, πως πήγαν οι μικρές συγκομιδές τους στα καλαμπόκια, τα σιτάρια και αργότερα στα καπνά, πότε πρέπει να οργώσουν και αν ο καιρός βοηθούσε, ποιος θα κατέβαινε στο Αγρίνιο μήπως και μπορούσε να κάνει κάποια εξυπηρέτηση και σε άλλους. Συζητούσαν επίσης και για προβλήματα που αντιμετώπιζαν με το χειροκίνητο τηλέφωνο, το ότι δεν υπήρχε δρόμος κατάλληλος να πάει θεριστική μηχανή κοντά στα χωράφια και έπρεπε να μεταφέρονται τα δεμάτια με τα ζώα εδώ στο κέντρο, ότι ευτυχώς όταν αρρώσταιναν υπήρχε ο αγροτικός γιατρός στον Αη Βλάσση.
Επίσης συζητούσαν ότι στο χωριό δεν πήγε ακόμη το ηλεκτρικό ρεύμα, αν και το εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος ήταν δεν ήταν μόνο δεκαπέντε χιλιόμετρα μακριά.
Και τότε άρχιζε το τρελό παράδοξο. Ενώ όλοι συμφωνούσαν με αυτό, διαφωνούσαν στο ποιος είχε την ευθύνη που δεν ‘’ερχόταν’’ το ρεύμα. Χωρίζονταν τότε σε ομάδες. Και το άσχημο ήταν ότι οι ομάδες αυτές ήταν κομματικές και η κάθε ομάδα έριχνε τις ευθύνες στην άλλη. Λες και από τον Κούτπα πέρασε ο ΄΄διάβολος’’, που για να διασκεδάσει, τους έστειλε αέρα ανοησίας και φιλονικίας. Και βέβαια δεν έβγαζαν ποτέ άκρη με αυτόν τον τρόπο. Έβγαζαν όμως σε κάθε εκλογή τις πιο πολλές φορές, τους πιο ακατάλληλους, είτε τοπικούς είτε κεντρικούς άρχοντες. Θα πει κανείς και δεν θα έχει άδικο, ότι παντού σε όλη την Ελλάδα αυτό ήταν καθιερωμένο. Ακόμη και στις μέρες μας αυτό εξακολουθεί να ζει και να βασιλεύει, δυστυχώς.

Ας αφήσουμε όμως αυτό επί του παρόντος και ας επανέλθουμε εκεί που είχαμε σταματήσει.
Τα Παλαιοχώρια ή Παλιοχώρια, ήταν και αυτός συνοικισμός του χωριού της Χούνης, σε κοντινή σχετικά απόσταση από τη Λογγά. Την τέχνη του κουρέα τότε στο χωριό, την ασκούσε ο Γιώργος Ζαφείρης. Κατοικούσε στα Ζαφρέικα στα Παλιοχώρια. Τις Κυριακές ανέβαινε στο κέντρο του χωριού στην Πατέλη, δηλαδή εδώ που ήταν τα μαγαζιά.
Είχε πάντα μαζί του μια παλιά δερμάτινη τσάντα όπου στο εσωτερικό της ήταν τοποθετημένα τα κουρευτικά εργαλεία.
Ένα ψαλίδι, δυο τρεις χτένες, οι δυο χειροκίνητες κουρευτικές μηχανές- χονδρή και η ψιλή -, δύο λεπίδες για τα ξυρίσματα, ένα πινέλο, το σαπούνι να φτιάχνει αφρό, το μπουκαλάκι με οινόπνευμα, δυο βούρτσες για να διώχνει τις κομμένες τρίχες που έπεφταν στα ρούχα, το άσπρο καθαρό ύφασμα που έδενε γύρω από το λαιμό και βέβαια το μπουκαλάκι με την κολόνια για μετά το ξύρισμα. Ο Γιώργος Ζαφείρης, εκτός από την τέχνη του μπαρμπέρη γνώριζε να << παίζει>> και βιολί. Δεν ήταν επαγγελματίας ούτε βέβαια βιρτουόζος σε αυτό, αλλά σε μικρές τοπικές εκδηλώσεις τα κατάφερνε καλά. Κουρέας και καλλιτέχνης ο Γιώργος. Όχι μόνο για τον κουρέα – καλλιτέχνη Γιώργο αλλά και για άλλους, ίσχυε αυτό που λένε << η πενία τέχνας κατεργάζεται>>.
«Μ’ αυτά και μ’ αυτά», η ώρα περνούσε ευχάριστα στο μαγαζί του κυρ Γιάννη.

Η μυρωδιά από το κοκορέτσι και τα αρνιά που γύριζαν στις σούβλες ήταν δεόντως γαργαλιστική. Το κοκορέτσι είχε ήδη προ πουληθεί πριν ακόμη ψηθεί. Ήταν σολντ άουτ, όπως λένε σήμερα…
…Ο ήλιος πέρασε την κορυφή της Τσιόκας και οι αχτίδες του άρχισαν να απλώνονται στο χωριό. Αθόρυβα και γλυκά έφτασαν και στο μαγαζί του κυρ Γιάννη. Αγκάλιασαν με καλοσύνη τα φύλλα των δέντρων, προσπαθώντας να φτάσουν στο χώμα εισχωρώντας με δεξιοτεχνία μέσα από κάθε άνοιγμα τους. Μερικοί από τους χωριανούς μετακινήθηκαν εκεί όπου είχε καλύτερη σκιά, αλλά το μυαλό όλων ήταν στις σούβλες.
Συνεχώς ρωτούσαν πότε θα σερβιριστεί το κοκορέτσι ενώ τα ποτήρια άρχισαν να γεμίζουν ρετσίνα. Και με το δίκιο τους…

Σημείωση:
Το μικρό αυτό λαογραφικό κείμενο, το αφιερώνω στους συγχωριανούς μου και ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές που κατάγονται από τη Χούνη.
Δημήτρης Στέλιου Πολίτης

Αθήνα 26 Ιουνίου 2018
Η ΦΩΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ  ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΗΣ ΧΟΥΝΗΣ ΤΟ 1932 ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ  XOYNH ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ.
Ετικέτες

Σχολίασε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Close