West Side StoriesΡοή Ειδήσεων

Μπαμπίνη Ξηρομέρου μνήμες: Η κυρα μας η μαμή

Η Μαιευτική, είναι πανάρχαια επιστήμη και είναι παρούσα έστω και υποτυπώδης με την εμφάνιση της ανθρώπινης κοινωνίας. Δημιουργήθηκε από την ανάγκη καθώς έπρεπε να βοηθηθεί κάθε γυναίκα φθάνοντας στις οδύνες του τοκετού.

Η αρχική συμπαράσταση προς την επίτοκο των μεγαλυτέρων γυναικών , έγινε μια επαινετή απλή μαίευση – παρατήρηση , και σιγά σιγά πείρα , διά της οποίας παρήχθη η ουσιαστική βοήθεια.

Από την παρατήρηση και τη μελέτη , δημιουργήθηκε στον κόσμο της παρατηρήσεως η επιστήμη. Έτσι με τον καιρό η γυναίκα κρίθηκε αναγκαίο να είναι συμπαραστάτιδα εις τον τοκετό. Γυναίκα ήταν και η Θεά η οποία συμπαραστεκόταν στην επίτοκο κατά τη Μυθολογία μας . Εις την αρχαία εποχή δείχνει να μην αντιμετωπίζει το πρόβλημα ο άνθρωπος με τον προσήκοντα τρόπο, ρίχνοντας το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του στα υπαρξιακά προβλήματα , ενώ αυτό αφέθηκε να αντιμετωπισθεί από τη μητέρα Φύση.
Ως πρόβλημα υπαρξιακό δικαιολογημένα αισθανόταν το φόβοτης επιβίωσης έχοντας στραμμένο το ενδιαφέρον του περισσότερο εις τα στοιχεία της φύσεως καίτοι το επάγγελμα της Μαιαυτικής υπήρξε αξιοσέβαστο σε όλες τις εποχές και σε όλους τους πολιτισμούς. Όλοι οι άνθρωποι ,αρχαίοι και νεότεροι ομιλούν με σεβασμό για τις Μαμμές και ανάμεσα τους , ο κορυφαίος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Σωκράτης. Με πολλή χαρά μας δηλώνει ότι ήταν γιός Μαίας από την τέχνη της οποίας εμπνεύστηκε.Ως τέχνη ενασχόλησης με το μυστήριο και τον ερχομό μιας νέας ζωής ήταν μια ιδιαίτερα θελκτική δραστηριότητα . Πρώτη φορά πληροφορούμαστε διά την μεγάλη θνησιμότητα των νεογνών η οποία είναι τρομακτική κατά την εποχή του Ιπποκράτη. Αναφέρεται επίσης εις τις περιτυλίξεις του ομφάλιου λώρου και τη μητρική και εμβρυική νοσηρότητα.

Μας κάνει ακόμη λόγο διά την τροφή των δύο πρώτων ημερών του νεογνού με νερό βρασμένο και μέλι. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο παρατηρούμε ότι οι μαμές εργάζονται σε ένα πιο καλλίτερο και ανεπτυγμένο στάδιο παροχής υπηρεσιών . Ο σεβασμός είναι πλήρης και αποδίδεται από τη Χριστιανική εικονογραφία, στην οποία οι Μαίες απεικονίζονται στη σκηνή γέννησης του Ιησού ως σεβάσμιες μορφές. Μετά την άλωση και κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μέσα από πολύ δύσκολες συνθήκες, οι οποίες εις την ύπαιθρο ήταν ακόμη δυσκολότερες, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους και κράτησαν το Έθνος μας στην επιβίωση.

Η προσφορά των υπηρεσιών τους αυτών των γυναικών ποτέ μέχρι σήμερα δεν εκτιμήθηκε καθώς δεν αναφέρεται και πουθενά. Μετά την Ελληνική Επανάσταση και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 εις την ύπαιθρο χώρα, επικρατούσε η παλαιά εμπειρική μεθοδολογία να προσφέρεται η αρωγή της μαμής διά την βοήθεια των επιτόκων υπό γυναικών διδαχθέντων από τις γιαγιές και τις παρατηρήσεις των χρόνων.Ελάχιστες γυναίκες επεσκέπτοντο κλινικές και νοσοκομεία – Μαιευτήρια.

Εις την ιδικήν μας εποχή και κατά τη διάρκεια του 1936, θα δημιουργηθεί από την Έλενα Βενιζέλου το Μαιευτήριο «Μαρίκα Ηλιάδη» και λίγο μετά η σχολή Μαιών:» Μαρίκα Σκυλίτση». Είχε ανοίξει πια ο δρόμος προς την επιστημονική συμπλήρωση η οποία βοήθησε τις νέες με επιστημονική κατάρτιση μαζί με την αναβάθμιση των φοιτητικών δικαιωμάτων.

Μετά τον μικρό αυτό πρόλογο ας έρθουμε στο χώρο της Μπαμπίνης και γενικότερα στην γύρω της περιφέρεια να διαπιστώσουμε τη Μαιευτική μέριμνα όχι του κράτους η οποία είναι ανύπαρκτος από συστάσεώς του, αλλά των οικογενειαρχών προς τις επίτοκες. Από την διαπίστωση της εγκυμοσύνης μέχρι τη γέννηση του μωρού, ουδεμία ιατρική ή άλλη φροντίδα παρείχετο εις όλες σχεδόν τις εγκύους μέχρι τη παραμονή της γέννας.

Εις το στάδιο των ωδινών εκαλείτο η πρακτική μαμή διά την υποβοήθηση και συμπαράσταση ειςτην επίτοκο η οποία με την προτροπή των διά την εφαρμογήυπό των επιτόκων πρακτικών μέτρων όπως φούσκωνε τη μπουκάλα διά την παραγωγή κοιλιακών σπασμών, τη διοχέτευση του θάρρους το κουράγιο το οποίο πολλές φορές το απαιτούσε με δυνατές φωνές διά μη «σκάσει το παιδί» , διά την ανάλογο στάση έως ότου ελευθερώνετο η λεχώνα από το βάρος του μωρού. Επιμελείτο κατόπιν την πλύση της μητέρας και του νεογνού διά την αποκάθαρσή των από τα περιττά και εκεί τελείωνε το μεγάλο μέρος της συμπαράστασης.

Μετά την παρέλευση των πρώτων ωρών και τη φυσιολογική ακολουθία του εξελικτικού σταδίου αποχωρούσε η Μαμμή όχι οριστικώς αλλά μετά από διάλειμμα επανήρχετο. Αυτό ήτο το φυσιολογικό στάδιο των επιτόκων. Μετά μια ή δύο ημερών παρακολούθηση ο σύζυγος της λεχώνας κατέβαλλε εις την μαμή το αντίτιμο διά τις προσφερθείσες ώρες υπηρεσίες της σε χρήμα και εκεί τελείωνε η παρουσία της ευχόμενη όπως το επόμενο μωρό του χρόνου να είναι αντιθέτου φύλλου από πού είχε ξεγεννήσει. Είχε ακόμη μια θεσμική υποχρέωση η μαμή να συνοδεύσει το μωρό στην εκκλησία διά την βάπτιση (η οποία πραγματοποιείτο σε γρήγορο χρόνο) ακολουθώντας τη ρήση των ιερέων να το εκχριστιανίσουμε διότι κατά το έθιμο δεν πήγαινε η μητέρα.

Διά την μετάβασή της στην εκκλησία και την ετοιμασία του μωρού στα στάδια του βαπτίσματος, την αμοιβή κατέβαλε ο νονός( κουμπάρος). Η Μπαμπίνη διά εκατό περίπου χρόνια ήτο από το 1875 και εντεύθεν ευτύχισε συνεχώς να έχει έστω και εις εκείνο το πρακτικό επίπεδο την μαιευτική παρουσία δύο γυναικών μητέρας και κόρης) εις ζηλευτό επίπεδο έναντι των άλλων χωριών χάρις εις την συνεχή επαινετή τους προσπάθεια. Συγκεκριμένα : Περί το έτος 1870 η κατά τι αργότερα η Βασιλική το γένοςΤζακώστα από το χωριό Φλωριάδα Βάλτου πανδρεύεται τον Μπαμπινιώτη Θεόδωρο Καρανίκα.

Η Βασιλική Καρανίκα δεν έφερε με το γάμο της μόνο τα προικιά της στη Μπαμπίνη ,αλλά και το επάγγελμα της μαμής το οποίο διδάχθηκε από τη μάνα της εις το στάδιο της παιδικής της ηλικίας. Αναγνωρισμένη από όλα τα χωριά ως εξαιρετική μαμή προσφέρει τις υπηρεσίες της και προσφωνείται τιμητικά ως « ΚΑΡΑΝΙΚΟΥ»παραλείποντας τη λέξη μαμή . Με το γάμο της έρχονται στο κόσμο επτά παιδιά τέσσερα κορίτσια και τρία αγόρια.

Τα τρία εκ των κοριτσιών της πανδρεύονται εις τα γύρω χωριά και η Γιαννούλα πανδρεύεται στη Μπαμπίνη το Δημήτριο Κοτσιλήρη. Θα διδαχθεί και αυτή από τη μητέρα της από τα μικράτης χρόνια το επάγγελμα της μαμής παρακολουθώντας κοντά της το πρακτικό μέρος και την ακολουθία της λήψης των μέτρων προ και μετά τη γέννα της επιτόκου, και παράλληλα εμπέδωνε και το θεωρητικό μέρος ως και τις δυσκολίεςκαι τα ανακύπτοντα προβλήματα.

Ένα από αυτά ήταν η ζωηρότητα του νεογνού κατά το διάστημα της λοχίας. Εάν εσχημάτιζε γνώμη η μαμή περί της νωχελικότητας του μωρού τότε : εισηγείτο εις τους γονείς να το βάλλουν εις τα «χορτάρια». Και εν προκειμένω χορτάρια ήταν διάφορες ρίζες- βότανα τα οποία περιτυλιγμένα ακινδύνως εις το σωματάκι του νεογνού το επιρέαζον βελτιωτικά ως επίστευαν δημιουργώντας τα αντισώματα που χρειάζονταν. Πολλάκις το έργο της μαμής ήτο δύσκολη υπόθεση διότι πολλά μωρά γεννιόντουσαν με χωρίς αρτιμέλεια. Τότε το έργο ήτο πολύ επίπονο και η παρουσία απαραίτητη διά πολλές ημέρες. Η Βασιλική Καρανίκαπροσέφερε τις μαιευτικές της υπηρεσίες στη Μπαμπίνη περίπου δια πενήντα χρόνια ήτοι μέχρι το έτος 1915 .

Το συνάγω δε τούτο από το γεγονός ότι από τα τρία αρσενικά παιδιά της: Πέτρος, Θεόφιλος και Αλέξανδρος ο μικρότερος ο Αλέξανδρος γεννημένος εκεί προς το 1890-1891 (φαντάρος στο Μικρασιατικό) ήτο δίδυμος με μία του αδελφή η δε μαρτυρία ότι η Γιαννούλα διαδέχθηκε στο επάγγελμα τη μητέρα της μας κάνει βάσιμα να ισχυριστούμε ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1910 συνέχισε το έργο της μητέρας. Εν πάση περιπτώσει η θειά Γιαννούλα άφησε εποχή εις την Μπαμπίνη με το μαιευτικό της έργο ξεγεννώντας τις χωριανές της για σχεδόν πενήντα χρόνια.

Ήτο εύστροφη γυναίκα απλή εις την συμπεριφορά της προς την κοινωνία της Μπαμπίνης και με εξαιρετική πειθώ. Δι’ αυτό έχαιρε και της καθολικής εκτιμήσεως όχι μόνο της Μπαμπίνης αλλά και όλων των χωριών του κεντρικού Ξηρομέρου.

Νομίζω πως το 1960 άρχισε να κάμπτεται και να εγκαταλείπει το επάγγελμα υπό το βάρος των γηρατιών. Προσωπικά της είμαι ευγνώμων διότι συνέβαλλε και αυτή εις το να έλθω στον κόσμο με τη συμπαράσταση της προς τη μητέρα μου εις τις δέκα επτά Νοεμβρίου του 1930. Ο Μέσος όρος γεννήσεων στη Μπαμπίνη στα χρόνια εκείνα ήταν πάνω από 25- 30 νεογνά ετησίως.

Εύκολα μπορούμε να υπολογίσουμε το έργο της. Η θειά – Γιαννούλα Καρανίκα παντρεύτηκε τον Δημήτριο Κοτσιλήρη και απέκτησε μαζί του δύο παιδιά τον Θεόδωρον και τη Δημητρούλα.Πολλές φορές στην εποχή εκείνη εις τον κοινωνικόν περίγυρο το παιδίαντί να προσαγορεύεται με το επίθετο, πολλές φορές έπερνε το όνομα της μητέρας του εκ της διακριτικότητάς της. Λέγαμε τότε π.χ. ο Λάκιας (Θεόδωρος) της Μαμής. Ο ΣημερινόςΚωνσταντίνος Κοτσιλήρης είναι εγγονός της, ο δε Χρήστος Αλεξ. Καρανίκαςπρωτανηψιός από αδελφό της.
Από το βιβλίο »Εις τη σκιά της ομίχλης» του Αλέξανδρου Κυριαζή

ΦΩΤΟ: Η Γιαννούλα Κοτσιλίρη( το γένος Καρανίκα) σύζυγος του Δημήτρη (Μήτσου Κοτσιλήρη).Η Σαμαρείτιδα της Μαιευτικής Μέριμνας

mpampini.blogspot.com

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ετικέτες

Σχολίασε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Close