West Side StoriesΡοή Ειδήσεων

Κάποτε στο Αγρίνιο, όταν δεν ήξερα για ασφάλειες ούτε εγώ ούτε οι γονείς μου, τότε που ζήλευα τις μπουρνέλες!

ΠΙΚΠΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ. Από αυτό το σημείο το 1960 έφυγα για κατασκήνωση στην ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΘΕΡΜΟΥ [Μόκιστα] μικρό παιδάκι, 10 χρονών, με χαρτί απορίας για φτωχά… Σε ένα χαρτόκουτο τύπου ΓΑΛΑ ΒΛΑΧΑΣ είχα τα ρουχαλάκια μου, 2 φανέλες, 2 μαύρα σωβρακάκια με λάστιχο, ένα κοντοπαντέλονο καλό για την εκκλησία, 2 μπλούζες καλοκαιρινές…

Πριν μπούμε στο πράσινο λεωφορείο, έναν-έναν μας ζύγισαν σε μια πλάστιγγα… Μια κυρία είπε στη μάνα μου: «Αδύνατο είναι το παιδί»… «Όταν γυρίσει θα δούμε πόσα κιλά πηρέ!…

Ωραία ήταν, όλα σχεδόν άγνωστα παιδιά, έκανα φίλους αμέσως, μου άρεσε που έτρωγα καλό φαγητό, μαρμελάδα το πρωί, κρέας, χαλβά με κανέλλα, μακαρόνια με τριμμένο τυρί, φρούτα και λέγαμε τραγούδια. Όμως σαν έγερνε ο Ήλιος το ηλιοβασίλεμα, πήγαινα σε ένα σημείο και κοίταζα μακριά την λίμνη την πλατιά της Τριχωνίδας και κάπου στο βάθος δεξιά ήταν το Αγρίνιο, ο μπαμπάς, η μαμά, η γειτονιά, τα φιλαράκια, το φτωχόσπιτο μας…

Τώρα θα γυρίζει ο μπαμπάς από την δουλειά…. Πλημμύριζαν τα ματιά δάκρυα, και θάμπωναν τη λίμνη, περά μακριά τους λόφους, τα χωριά.. Με ένα παράπονο που να μη νοιώσει παιδί, έπαιρνα πετρούλες και τις πέταγα στο γκρεμό… Σαν πέρναγε λίγη ώρα… γύριζα στην σκηνή που μέναμε… Σε λίγο τα είχα ξεχάσει… Α, ρε ζωή πώς με ξεγέλασες… Όταν γύρισα πράγματι είχα πάρει 2,5 κιλά…

Τον άλλο χρόνο, δεν πήγα κατασκήνωση… Έπιασα την πρώτη δουλειά σε κουρείο. Έκανα θελήματα, σκούπιζα και με μια βούρτσα ξεσκόνιζα τις τρίχες αυτών που κούρευε το αφεντικό. Πάντα ξεσκόνιζα ακόμα και σε ξύρισμα… Οι πελάτες έδιναν φιλοδώρημα στα ξυρίσματα ένα πενηνταράκι – μισή δραχμή και στο κούρεμα ολόκληρη δραχμή… Χριστούγεννα – Πάσχα έδιναν όλοι δραχμή… Κάποιες μέρες πήγαινα στο κουρείο αμέσως μετά το σχολείο, χωρίς να προλάβω να φάω. Πήγαινα απέναντι έπαιρνα μία δραχμή ψωμί, αφού περίμενα μέχρι να έρθει ο πρώτος πελάτης και περιμένοντας τον δεύτερο να πάρω και μία δραχμή τυρί ξεγελούσα την πείνα μου μέχρι το βράδυ.

Επειδή ντρεπόμουν δεν έτρωγα μέσα στο μαγαζί αλλά δίπλα σε ένα στενό, σκοτεινό δρομάκι που ακουμπώντας σε έναν τοίχο που έγραφε «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟΥ ΟΥΡΕΙΝ». Τα μάζευα στον κουμπαρά και έπαιρνα παπούτσια και αργότερα βιβλία παλαιά από μαθητές που πέρναγαν στην άλλη τάξη…. Δεν ήταν δωρεάν τα βιβλία τότε… Ο Γεώργιος Παπανδρέου με την ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΔΕΙΑ βοήθησε πολλά φτωχόπαιδα να παίρνουν βιβλία δωρεάν. Δούλευα όλες τις τάξεις στο Γυμνάσιο και Λύκειο και στις δυο, Πέμπτη-Έκτη στο δημοτικό…

Μια χρονιά έπαιζα πολλή ώρα μπάλα (ήμουν καλός και ο προπονητής Καρποδίνςη του Παναιτωλικού με ζήτησε στην ομάδα αλλά δεν με άφησε η μάνα), ίδρωσα μούσκεμα, κρύωσα και αρρώστησα… Πλευρίτιδα είναι είπαν στη μάνα μου… «Ευτυχώς είναι στην αρχή, θα κάνετε ενέσεις και κάθε μέρα κρέας, ψητές μπριζόλες όχι πολύ ψημένες… Και φρούτα… Γυρίσαμε σπίτι και η μάνα μου άρχισε ένα μονόλογο – μοιρολόι, ακαταλαβίστικο, τότε για μένα, αργότερα έμαθα από τον φιλόλογο καθηγητή Γρ. Κωσταρά, για τους χορούς σε αρχαίες τραγωδίες… Ίδια Κατίνα Παξινού και σαν την Κατσέλη…

Ώχου μάνα μου τι μας βρήκε, τι θα κάνουμε Γιώργο; Φάρμακα, ενέσεις, φρούτα, κρέας, λεφτά για νοσοκόμα, για ενέσεις, πωπωπω… Από ιδιωτικές ασφάλειες δε γνωρίζαμε τίποτε. Κόλλαγε ένσημα στο ΙΚΑ ο πατέρας αλλά ήταν πολλά αυτά που χρειαζόμασταν και δεν είχαμε λεφτά. Αυτά τα περί φροντίδας και κάλυψης εισοδήματος που πουλάνε τώρα οι ασφαλιστές ούτε στον ύπνο μας δε τα ξέραμε. Εγώ, σαν άφωνος κομπάρσος… Την άλλη μέρα άκουσα που κουβέντιαζε με την σπιτονοικοκυρά για δουλειά στα καπνά. Δεν είχε ξαναδουλέψει… Εξήντα τέσσερις ενέσεις μου έκαναν τον κώλο κόσκινο.. .δεν μπορούσα να κάτσω… Πήγε η μανούλα μου σε ένα χωριό το Ζαπάντι, στο χωριό του Δεσπότη του Κοσμά, του Παπαχρήστου, έκανε κάτι μεροκάματα, μετά βρήκε κοντά στο σπίτι δίπλα στα λιοστάσια του ΓΑΛΑΝΗ, σε χωράφια της Κοτρώτσαινας και τα βγάλαμε πέρα…

Ένα απόγευμα – προς βραδάκι ακούω μια κραυγή από τη μάνα… Ωωωωωω Τάκηηηηηη! Όχιιιι! Τάκη μας! Τι έπαθες Λόλα μου! Ήμουν ξαπλωμένος. Μπαίνει αλαφιασμένη η μάνα… Σκοτώθηκε ο Τάκης στα Κρεμαστά στο φράγμα… Ήταν οδηγός ανατρεπόμενου φορτωτή. Ο αρραβωνιαστικός της Λόλας στο κολλητό-μεσοτοιχία δωμάτιο με μας… Τα Σάββατα έπαιρνε άδεια και ερχόταν στην αρραβωνιαστικιά, μια κοπελάρα…

Όταν ερχόταν έφερνε και για μένα, φρούτα από μανάβικο… Βγήκαν τα κεράσια, δώσε στο παιδί! Και μια φορά ζήτησα να μου φέρουν «μπουρνέλες» -δαμάσκηνα που τα ζήλευα στην Μόκιστα στην κατασκήνωση, αλλά δεν είχα λεφτά να αγοράσω… Τα αλλά παιδιά αγόραζαν σαν πηγαίναμε περίπατο σε κάτι δροσερές πηγές, από ντόπιους που πουλούσαν φρούτα, μήλα. καραμέλες, μπουρνέλες…



Μέρες του 2020 πέρασα μπροστά στο ΠΙΚΠΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ… Μου ξέφυγε ένα δάκρυ… Μάλλον ήταν που παραπάχυνα ή που γέρασα και δεν μπορώ ούτε να θυμηθώ για κείνα τα χρονιά τα αξέχαστα που πρωί πρωί με τα πόδια έτρεχα με το χαρτόκουτο δίπλα στη μάνα να προλάβουμε το πούλμαν για την κατασκήνωση…. Η ταμπέλλα είναι μάλλον η ίδια. ΠΙΚΠΑ και ειλικρινά δεν ξέρω για άλλους τι σημαίνει όπως τότε, στα δέκα μου χρόνια! Ε.Σ.

nextdeal.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε Επίσης

Back to top button