ΆποψηΡοή Ειδήσεων

Τσαπουρνιά Ξηρομέρου 1943: Η πρώτη πράξη Αντίστασης στην Αιτωλοακαρνανία

Γράφει η δρ. Μαρία Νίκου Αγγέλη

H αντίσταση

Δεν είναι τούτο πάλαιμα σε μαρμαρένια αλώνια,
εκεί να στέκει ο Διγενής και μπρος να στέκει ο Χάρος.
Εδώ σηκώνεται όλη η γη με τους αποθαμένους,
και με τον ίδιο θάνατο πατάει το θάνατό της.
Κι απάνω-απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους
φωτάει με μιας Ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος.
Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά, με τους αντάρτες,
– χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια, –
κ’ είν’ οι νεκροί στα ξάγναντα, πρωτοπανηγυριώτες!
Άγγελος Σικελιανός

Ο τόπος:

Η Τσαπουρνιά ή το Λυκοδόντι, όπως την αποκαλούν οι κάτοικοι της περιοχής, είναι μια τοποθεσία στα όρια των χωριών Μαχαιράς και Χρυσοβίτσας, στη διασταύρωση του δρόμου προς Αστακό.

Η τοποθεσία αυτή επιλέχτηκε το 1943 για να δοθεί το πρώτο χτύπημα στον κατακτητή. Στην Τσαπουρνιά στήθηκε ενέδρα στους Ιταλούς στις 5 Μαΐου 1943. Η μορφολογία του εδάφους διευκόλυνε το σχέδιο της ενέδρας και της μάχης που ακολούθησε.

Η ενέδρα και η μάχη της Τσαπουρνιάς:

Από την τοπική ιστοριογραφία και την προφορική ιστορία γνωρίζουμε ότι μια ιταλική φάλαγγα έφερνε το ταχυδρομείο και άλλα εφόδια από το Αγρίνιο στην ιταλική φρουρά του Αστακού.

Ήταν η ονομαζόμενη «πόστα». Η ονομασία της προέρχεται από τη λέξη ταχυδρομείο στα ιταλικά: la posta.

Το Αρχηγείο Ξηρομέρου του ΕΛΑΣ αποφάσισε να «τη χαλάσει».

Ανέθεσε το έργο αυτό στο Διοικητή «Χελμό», ο οποίος γνώριζε πολύ καλά την περιοχή λόγω καταγωγής του. «Χελμός» ήταν το ψευδώνυμο του Νίκου Κομπλίτση από τη Μπαμπίνη Ξηρομέρου.

Κομπλίτσης Νίκος (Χελμός):

Από την Μπαμπίνη Ξηρομέρου, ανθυπολοχαγός και ήρωας της μάχης της Κρητης. Αρχηγός του Υπαρχηγείου ΕΛΑΣ Ξηρομέρου. Έδωσε την πρώτη μάχη με τους Ιταλούς φασίστες στην Δυτική Στερεά, γνωστή σαν «Μάχη της Τσαπουρνιάς». Τέθηκε επικεφαλής ΟΕΚΑ τραυματίσθηκε σε συμπλοκή, πιάσθηκε και εκτελέστηκε με απόφαση του στρατοδικείου Λαμίας το 1946.

5 του Μάη 1943 έγινε η συμπλοκή των Ελλήνων ανταρτών με την Ιταλική φάλαγγα.

Οι Έλληνες νίκησαν τους εχθρούς. Η επιχείρηση των ανταρτών ήταν πετυχημένη και σχεδόν αναίμακτη. Σκοτώθηκε μόνο ένας αντάρτης:

Η Μαρία Αγγέλη

Ο «Τσόγκας», Φώτης Τσιγαρίδας από την Ευρυτανία.

Στη μάχη αναφέρεται ότι σκοτώθηκαν 7 Ιταλοί και 16 αιχμαλωτίστηκαν. Οι Ιταλοί αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στα Βλυζιανά και την άλλη μέρα αφέθηκαν ελεύθεροι. Ίσως ήταν μια χειρονομία καλής θέλησης των ανταρτών με την ελπίδα αποφυγής αντιποίνων.

Η επιχείρηση απέδωσε σημαντικά λάφυρα στους Έλληνες: όπλα και πυρομαχικά που τα είχαν πολύ μεγάλη ανάγκη.

Η σημασία της μάχης αυτής ήταν μεγάλη. Ήταν το πρώτο χτύπημα στον εχθρό! Το γόητρο των Ιταλών κατέρρευσε.

Το ηθικό των Ελληνικών ομάδων Αντίστασης Αναπτερώθηκε. Μετά από αυτή τη μάχη θα ακολουθήσουν και άλλες όπως: Γουρίτσα, Μακρυνόρος, Ρίζα, Μακρυνεία, Αγρίνιο, Σταμνά, Αιτωλικό και η σημαντική μάχη της Αμφιλοχίας.

Ο Αγρινιώτης ιστοριογράφος Σπύρος Γερολυμάτος έγραψε για τη μάχη της Τσαπουρνιάς. Παραθέτουμε τα εξής:
«Αυτή την εποχή, μια δυο φορές τη βδομάδα, μια Ιταλική φάλαγγα η λεγόμενη «ΠΟΣΤΑ» έφερνε το ταχυδρομείο και άλλα εφόδια απ’ το Αγρίνιο στην Ιταλική φρουρά του Αστακού.

Το Αρχηγείο πήρε την απόφαση να τη χαλάσει και ανέθεσε στο τμήμα του «ΧΕΛΜΟΥ» αυτή την αποστολή.[…]

Στις 5 Μάη 1943 το τμήμα απ’ την αυγή έπιασε μετερίζια στο καθορισμένο σημείο της δημοσιάς. Μια ομάδα από 10 αντάρτες και με επικεφαλής το «ΧΕΛΜΟ» έπιασε το ένα φρύδι, ενώ ο «ΤΑΥΡΟΣ» απ’ τους πρώτους αντάρτες και μαχητές στο Γοργοπόταμο μ’ άλλους τόσους περίπου στο άλλο φρύδι της δημοσιάς. Διοίκηση του τμήματος ήταν: Στρατιωτικός ο «ΧΕΛΜΟΣ», πολιτικός ο «ΦΑΙΔΩΝΑΣ» και καπετάνιος Ο «ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΡΑΠΗΣ».
Στο τμήμα υπηρετούσε κι ο αντάρτης «Τσόγκας», (Φώτης Τσιγαρίδας, 25 χρονών λεβεντόπαιδο απ’ τη Μερίση Ευρυτανίας), που μέρες τώρα τον είχε ρημάξει η ελονοσία με τις θέρμες της και τη μέρα εκείνη με δυσκολία έσερνε τα ποδάρια του γιατί είχε σαράντα πυρετό.

Γι’ αυτό όταν το τμήμα έφτασε στη Μαχαιρά με το ζόρι τον έστειλαν στον Πρόδρομο για ανάπαψη.

Υπηρετούσε στο τμήμα κι ο «Ψηλορείτης», (Αριστείδης Παπαδάκης), Κρητικός στην καταγωγή, που είχε αποκλειστεί στον Πρόδρομο με την κατάρευση του Αλβανικού Μετώπου. Μιας και τσαπάλιζε λίγα Ιταλικά τον έντυσαν τσοπάνο, γιατί είχε να εκπληρώσει μια σπουδαία αποστολή.

Όταν η «ΠΟΣΤΑ» θάμπαινε στο χώρο της ενέδρας θα προσπαθούσε να τη σταματήσει, γιατί δήθεν το γιοφύρι πιο κάτω γκρεμίστηκε κι έκλεισε το δρόμο.

Ο «Χελμός» ήθελε να σταματήσουν τα’ αυτοκίνητα, γιατί έτσι θα μπορούσαν οι καλοί σκοπευτές του τμήματος να εξουδετερώσουν στα σίγουρα τους σωφεραίους οδηγούς, ν’ ακινητοποιηθούν τ’ αυτοκίνητα και να γίνει η δουλειά ρολόι.

Διαφορετικά, υπήρχε κίνδυνος, με τα πρώτα πυρά ν’ αναπτύξουν τ’ αυτοκίνητα ταχύτητα κι άντε εσύ να τους πιάσεις. Αν ο «Ψηλορείτης» κατάφερνε και σταματούσε την «ΠΟΣΤΑ» τότε «χαιρέτα μας τον πλάτανο».

Τις πρώτες απογευματινές ώρες η «ΠΟΣΤΑ» με δυο αυτοκίνητα ξαγνάντεψε από μεριά Μαχαιράς, πέρα στις στροφές σηκώνοντας ξοπίσω σύννεφα τον κουρνιαχτό.

Πάνω στα φορτηγά 42 φρατέλλοι, στρατιώτες, βαθμοφόροι και αξιωματικοί. Μπαίνοντας στο χώρο της ενέδρας βρέθηκαν φάτσα με τον «Ψηλορείτη» που κουνώντας τα χέρια ψηλά προσπαθούσε να τους πληροφορήσει με τα Ιταλικά του για το χαλασμένο γιοφύρι. Στιγμές αγωνίας.

Τ’ αυτοκίνητα πράγματι έκοψαν ταχύτητα και σταμάτησαν!

Ο «Ψηλορείτης» μ’ ένα απίθανο σάλτο βρέθηκε πίσω από την κοτρώνα, όπου είχε κρύψει το ντουφέκι και τις αρμάθες του και πριν προλάβουν οι Ιταλοί να καταλάβουν και πολλά πράγματα, με το σύνθημα του «Χελμού», πήραν φωτιά τα γύρω κοτρώνια-ταμπούρια των ΕΛΑΣΙΤΩΝ, που με αλαλαγμούς και ομαδικά πυρά ρίχτηκαν στους Ιταλούς.

Ετούτοι ξαφνιάστηκαν, μα όσοι γλύτωσαν, σαλτάρισαν απ’ τ’ αυτοκίνητα, έπιασαν θέσεις στο χωματόδρομο ανταποδίνοντας τη φωτιά. Αμύνονταν καλά και η μάχη φούντωσε.

Όταν ακούστηκαν στον Πρόδρομο οι πρώτες ντουφεκιές από την Τσαπουρνιά, ο κόσμος πετάχτηκε στα ξάγναντα κι έβαλε αυτί να μαντέψει την εξέλιξή της.

Έφτασε κι ο αχός στον καφενέ του Κίτσου Βλάχου, που σ’ ένα καναπέ ξαπλωμένος, βολόδερνε ο «Τσόγκας» τη θέρμη του. Πετάχτηκε ορθός φόρεσε τ’ άρματά του και τρέχοντας πήρε τον κατήφορο για την Τσαπουρνιά. Πίσω του ακολούθησαν ένα τσούρμο Προδρομίτες.

Μια ώρα και βάλε είναι η κανονική απόσταση ως το πεδίο της μάχης, μα ο Τσόγκας έφτασε σε λιγότερο από μια ώρα.

Ο Γιώργος Σώλος, ξυλέμπορος σήμερα στο Αγρίνιο, απ’ τη Χρυσοβίτσα κι ο Πάνος Ζανιάς απ’ τον Πρόδρομο θυμούνται και βεβαιώνουν, πως όταν οι Ιταλοί είδαν τον «Τσόγκα» και τους Προδρομίτες (που ήταν άοπλοι οι τελευταίοι) να ροβολάνε τον κατήφορο τους πήραν για ένοπλο τμήμα, που έρχονταν να ενισχύσει το τμήμα του Χελμού, τους κόπηκαν τα ποδάρια και πετώντας τα ντουφέκια άρχισαν να παραδίνονται.

Ο «Τσόγκας» πρόφτασε να ρίξει κάμποσες ντουφεκιές όταν μια ριπή πολυβόλου τον ξάπλωσε ανάσκελα νεκρό. Δίπλα του βογγούσε, βαρειά τραυματισμένος στο κεφάλι, ο «Μιχαήλ Στρογκώφ»,(Μιχάλης Ασημακόπουλος, βιβλιοπώλης σήμερα στο Μεσολόγγι).

Ήταν ο πρώτος νεκρός κι ο πρώτος τραυματίας ΕΛΑσίτης της Δυτικής Ρούμελης από φασιστικά βόλια και η μάχη της Τσαπουρνιάς, η πρώτη νικηφόρα μάχη του ΕΛΑΣ…»

Τα αντίποινα των Ιταλών: 4 χωριά στη φωτιά!
Χρυσοβίτσα, Αγράμπελα, Πρόδρομος, Μαχαιράς

«Τα σπίτια σας κι αν κάψανε,κι αν πήραν τα προικιά σας,
Η ανταρτοσύνη να’ν καλά και πάλι ’ναι δικά σας»,
[λαϊκό αντάρτικο τραγούδι]

Το Ξηρόμερο πλήρωσε την οργή και το μένος των Ιταλών:
8 Mαΐου. Καίγεται η Χρυσοβίτσα.

Η Χρυσοβίτσα ήταν το πρώτο χωριό που δέχτηκε τα αντίποινα των Ιταλών. Παραδώθηκε στις φλόγες…
Ο Πάνος Λαζαρόπουλος, συγγραφέας από τη Χρυσοβίτσα, έγραψε το γεγονός που το βίωσε δεκατετράχρονο παιδί στο χωριό τότε. Αναφέρεται κυρίως στα γεγονότα που έγιναν μετά τη μάχη της Τσαπουρνιάς. Όλοι οι κάτοικοι της Χρυσοβίτσας, όπως και των γειτονικών χωριών, εγκατέλειψαν το χωριό για να γλυτώσουν από την εκδίκηση των Ιταλών που ήταν αναμενόμενη.
Παραθέτω απόσπασμα από το βιβλίο του: Η μεγάλη Γύρα.

« [Οι κάτοικοι] Kατάλαβαν αμέσως και πριν δώσει το σύνθημα η οργάνωση πως το πρώτο που είχαν να κάμουν ήταν να γλιτώσουν τα κεφάλια τους από την εκδίκηση του εχθρού, που δε θ’ αργούσε να εκδηλωθεί. Έτσι μόλις τέλειωσε η μάχη άρχισε το δικό τους φευγιό. Μαυρολόγισαν οι στράτες και τα γύρω βουνά απ’ το ανθρωπομάνι που έτρεχε άτακτα να βρει σωτηρία, σέρνοντας μαζί του ό,τι μπορούσε να σηκώσει στη ράχη του και πάνω στα ζώα: αλεύρι, σιτάρι, ρούχα χοντρά για να στρώσει και να σκεπαστεί και προίκες των κοριτσιών του.[…] Άλλοι από τους χωριανούς έπιασαν τα κλιμάτια και πιο βαθιά, άλλοι ρίχτηκαν πίσω από τα προδρομίτικα βουνά, άλλοι έπιασαν τα βουνά κάτω στον κάμπο, χαμηλά.

Δεν έλλειψαν και τ’ αστεία από εκείνους που είχαν τη δύναμη να βάλουν το θέμα στις σωστές διαστάσεις του: «Γιατί να στενοχωρηθούμε για ένα πράμα που θα γίνει και δε μπορούμε να το σταματήσουμε; Αλλά κι αν γίνει πάλι θα το διορθώσουμε»[…]

Μερικοί γέροι που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν ή πίστευαν πως ο κατακτητής θα σέβονταν τα γηρατειά τους έπεσαν θύματα της εκδικητικής μανίας τους. Άλλοι εκτελέστηκαν κι άλλοι κάηκαν ζωντανοί μέσα στα σπίτια τους. Δε γλύτωσαν ούτε κατοικίδια ζώα, γάτες, σκυλιά που βρέθηκαν στο χωριό.

Το εκδικητικό μένος τους εκτονώθηκε πάνω στα σπίτια κυρίως. Οι πόρτες ξεθεμελιώνονταν κι αμέσως το σπίτι παραδίνονταν στις φλόγες.[…]

Εκείνη τη στιγμή ξετυλίγονταν άγριες σκηνές που θύμιζαν πολύ την Κόλαση του Δάντη.

Ουρλιαχτά και γαυγίσματα σκυλιών, νιαουρίσματα, κακαρίσματα, διαταγές και παραγγέλματα κι άγριες κραυγές του «τιμωρού κι εκδικητή», ενώνονταν μαζί με τους τριγμούς και τις εκρήξεις και το βαρύ γδούπο των υλικών που υποχωρούσαν και το βουερό τραγούδι της φωτιάς καθώς φούντωνε γιγάντωνε και ροκάνιζε τα πάντα και σηκώνονταν θριαμβευτικά στον ουρανό. Κι ύστερα στάχτες και ερείπια.

Κι απ’ το ’να χωριό στ’ άλλο οι ίδιες σκηνές…

Έτσι η οργή του κατακτητή εκτονώθηκε, η τιμή και το γόητρό του αποκαταστάθηκαν κι οι σκλάβοι πήραν το μάθημα που τους άξιζε. Ας τολμούσαν να ξανασηκώσουν κεφάλι! Έτσι νόμισε. Άλλη όμως ήταν η πραγματικότητα.

Από στιγμή σε στιγμή άρχιζαν τα δεινά του, που μέρα με τη μέρα θα μεγάλωναν.[…] Η επιστροφή άρχισε τις επόμενες μέρες. Έφταναν κατά μπουλούκια, μετρούσαν την έκταση της συμφοράς κι έκλαιγαν πάνω στα χαλάσματα… Μεγάλος πόνος ψυχής! Από πού ν’ αρχίσεις και τι να στεργιώσεις πάνω στα αποκαΐδια;»

Πριν μερικά χρόνια συνάντησα στο χωριό Άγιος Ηλίας κοντά στη Σταμνά την υπέργηρη Βασιλική (Βασίλω)Χαντζή από τη Χρυσοβίτσα, σύζυγο του Αντώνη Πολίτη.
Σε μια προφορική αφήγηση, μου είπε πολλά για τη ζωή στο χωριό της και για τη «μαύρη μέρα» του εμπρησμού από τους Ιταλούς. Κάηκαν άνθρωποι, ζωντανά, σπίτια, προικιά, καπνά, σπαρτά… Όλα γίνανε στάχτες. Η ίδια θρηνούσε μια ζωή τον αδελφό που έχασε στον πόλεμο. Αδελφός ήταν ο Δημήτριος (Τάκης) Χαντζής, που έπεσε στο Αλβανικό μέτωπο.

8 Μαΐου καίγονται τα Αγράμπελα και ο Πρόδρομος.

Ο Πρόδρομος πλήρωσε πολύ βαρύ τίμημα:
Οι Ιταλοί έκαψαν ολοσχερώς τα 97 σπίτια και μερικώς 15 από τα 150 συνολικά σπίτια του χωριού.
Ο Αλ. Σάββας στο άρθρο του: «Πρόδρομος Ξηρομέρου. Οδοιπορικό στην ιστορία του χωριού» αναφέρεται και στο κάψιμο του χωριού το 1943.

Καταγράφει και τα ονόματα των νεκρών: «Στις 8/5/1943 οι κατακτητές μετά τη Χρυσοβίτσα και τα Αγράμπελα έκαψαν και τον Πρόδρομο. Από τους κατοίκους σκότωσαν τον Γεώργιο Μότσο και τον Αρτέμη Λαϊνά κι έκαψαν ζωντανή την Ευφροσύνη Λαϊνά. Το χωριό μετά τη φωτιά κάηκε σα λαμπάδα και λίγο αργότερα έγινε ένας σωρός από ερείπια».

Η Σοφία Λαϊνά (γεν.1929) στον Πρόδρομο, θυμάται πολύ καλά τα γεγονότα και τα αφηγείται με εξαιρετική ευγλωττία. Παραθέτω απόσπασμα της αφήγησής της [Προφορική αφήγηση 22/9/2018]:

«Γίνηκε μάχη στην Τσαπουρνιά, ανάμεσα στ’ Μαχαιρά κι στ’ Χρυσοβίτσα. Κι σκότωσανε οι αντάρτες τ(ου)ς Ιταλούς. Σκοτώθηκε κι ένας αντάρτ(η)ς, βλάχος. Τον έθαψανε εδώ στο χωριό μας τότε. Μετά απ΄ αυτό οι Ιταλοί έκαψανε τ’Χρυσοβίτσα, τ’ Νταγιάντα,τ’Μαχαιρά κι τον Πρόδρομο.

Ημείς πήγαμε στ’ Ρούστα. Οι περσότεροι απ’ το χωριό εκεί πήγανε για να γλυτώσ(ου)νε. Εκεί ήτανε μια σπηλιά, σα φούρνος ήτανε, να κρυφτούμε. Είχαμε τα πράματά μας ημείς εκεί, κι τ΄αμπέλι μας, τ(ι)ς κότες μας. Δεν πεινάσαμε. Δεν πήραμε τίποτα κοντά μας. Ό,τ’ είχαμε απάνω μας. Λακίσαμε να σωθούμε…

Μετά ώσπου να συμμαζευτούνε ο κόσμος πείνασανε. Ο πατέρας μ’ [Κώστας Λούφος] άρμεγε τα πράματα κι έδωνε στο κόσμο να φκιάσει χυλό να φάει.

Ημείς καθόμαστανε στ’ Ρούστα. Δεν είχαμε ρούχα, εσώρουχα τίποτα. Αφού να καταλάβ(ει)ς η μάνα μ’ [Αθανασία Λούφου] είχε μαζί τ(η)ς δυο υφαντές πετσέτες, ξέρω γω πως τ(ι)ς γλύτωσε,κι μο’φκιασε δυο βρακιά. Τι νάκανε;
Δεν πεινάσαμε τότε. Η μάνα έφκιανε πίτες με το τυρόγαλο, με τυρί…

Εγώ όμως δεν τα ’τρωγα αυτά. Δεν μ’ άρεγανε. Πάηνα στ’ αμπέλι κι έκοβα κλιματόβεργες κι έτρωγα. Ήτανε Μάης μήνας κι ήτανε τρυφερά τ’ αμπέλια. Κι έλεε ο πατέρας μ’: «Κώσταινα, θα νε χάσουμε αυτήνη τ’ κοπέλα. Θα νε κολλήσει αδεινοπάθεια!»[…]

Τότε κάηκε όλος ο Πρόδρομος.Ούλα τα σπίτια. Κάπ΄ κι που έμ(ει)νε κανένα. Αν ήτανε κανένας καλός Ιταλός κι δεν έβαλε φωτιά, ξέρω γω πώς γλύτωσανε; Η εκκλησία μας δεν κάηκε!
Ο παππούλης μ’, πριν καεί το σπίτι μας, έβγαλε ένα σκαφίδι που ζύμωνε η μάνα, την πλαστήρα κι μια ομπρέλα…

Τα βαντάκια ο καπνός, τα βελανίδια, τα τυριά, το βιος ούλο κάηκε!
Όταν γύρσανε πίσω ο κόσμος μύρ(ι)ζε ο τόπος, τα ταλάρια κάηκανε, τα τυριά ψήθ’κανε, κάηκανε!
Κι σκότωσαν δυο τρεις τότε. Τον Αρτέμη Λαϊνά καβάλα στ’ άλογο τόρ(ι)ξανε κι τον σκότωσαν.Κι το μπάρμπα Γιώργο Μότσο και μια γριούλα τ’ Λαϊνά κάηκε ζωντανή αυτήνη η καημένη.

Άστα Μαρία μ’, τι πέρασε ο κόσμος τότε. Είδες τι γίνηκε αυτού π’ κάηκανε 100 ανθρώπ’ τώρα; Να καταλάβ(ει)ς τι είναι η φωτιά…

Το σπίτι κάηκε. Τα πατώματα έμ(ει)νανε κάτ’ σανιδάκια γύρα γύρα. Μετά πήγαμε στα Καλύβια, ήτανε βάλτος εκεί κι είχε αλυγιές. Έκοβε ο πατέρας μ’ αλυγιές, λούρια πολλά κι τάκανε δεμάτια κι τάδενε κι τάφερναμε στο χωριό. Ο παππούλης μ’, ο Χρήστος Καραγιώργος, έπιαναν τα χέρια τ’ κι τόφκιασε το σπίτι. Και τον τοίχο, έβανε λάσπη κι άχυρο, πού τσιμέντο τότε, κι λούρια κι τόφκιασε».

Η Πανωραία Χονδρογιώργου,(χήρα Δημ. Θεοφίλη), θυμάται τα γεγονότα και κυρίως την καπνίλα και τη μυρωδιά που έβγαινε απ’ τα καμένα σπίτια. Παραθέτω ένα απόσπασμα από την αφήγησή της:[Προφορική αφήγηση 22/9/2018]

«Τότε κάηκε όλος ο Πρόδρομος. Λίγα σπίτια γλύτωσανε. Ήμ(ου)να μικρή τότε. Ήμασταν 7 αδέρφια. Είχαμε πολλά γίδια κι ζούσαμε καλά.

Είπανε θα κάψ(ου)νε οι Ιταλοί το χωριό. Μας πήρανε κι μας πήγανε πάνω απ’ τη δεξαμενή σε μια λάκκα.[…] Εκεί που ’μασταν στην κρυψώνα όλα τα μικρά έσκουζαν. « Βούλωσέ τ’ το στόμα, γιατί θα μας προδώσ’ αυτό το μικρό», είπε ένας μεγάλος.

Ο πατέρας μ’ ήτανε κουτσός κι μπαίνει καβάλα σ’ ένα γαϊδούρι κι πάει στο χωριό να δει το σπίτι τ’. Και βλέπ(ει) τ’ φωτιά στ’ πόρτα. Θ(υ)μήθηκε που ’χαμε 60 οκάδες γάλα να γίνει ξίνα για να βγάλουμε βούτ(υ)ρο κι ξινόγαλο. Το ’ριξε απάνω στ’ φωτιά κι τ(η)ν έσβησε. Κάπου ηύρε κι νερό μετά κι έτσι γλύτωσε το σπίτι τ(ου)!

Και τό ’λεγανε στο χωριό, σα μύθο, ο Γιάννης ο Χονδρογιώργος γλύτωσε το σπίτι τ(ου)…

Όταν γύρ(ι)σανε ο κόσμος μύριζε το χωριό καπνίλα και θ(υ)μάμαι σ’ ένα σπίτι μύρ(ι)ζε τυρί ψημένο. Ό,τι είχανε μέσα στα βαρέλια. Τα ταλάρια που τά ’λεγαν αυτά. Κι ο κόσμος μέχρι να ταχτοποιηθεί έμειναν σ’ αχυριώνες μέχρι να φκιάσουνε τα σπίτια.

Ημείς την αχυριώνα μας την έδωσαμε στο Σταύρο και στο Σπύρο Καρανίκα. Μάης μήνας ήτανε, έμενανε σε καλύβες μέχρι να φκιάσ(ου)νε τα σπίτια.[…] Εκείνη τ’ μέρα ο Αρτέμης ο Λαϊνάς, ο πατέρας τ΄ Γεράσιμου, ερχότανε απ’ τον Αστακό. Πριν φτάσει, εκεί στον Άι Δημήτρη τον σκότωσαν οι Ιταλοί. Κι έναν άλλο το Γιώργο Μότσο τον σκότωσαν».

Ο Κώστας Παπούλιας (γεν.1937) αφηγείται σχετικά με το κάψιμο του χωριού:

«Οι Ελασίτες το Μάη το 1943 σκότωσανε δυο τρεις Ιταλούς στην Τσαπουρνιά. Έκανανε το δρόμο Αγρίνιο Αστακό αυτήνοι. Αρχηγός Ελασίτης ήταν ένας Κομπλίτσης απ’ τη Μπαμπίνη. Από δω απ’ το χωριό μας κατέβ(η)κανε μια παρέα τότε στ’ Τσαπουρνιά. Γι’ αυτό οι Ιταλοί έκαψανε το χωριό μετά. Έκαψανε τ’ Χρυσοβίτσα, τ’ Αγράμπελο, τον Πρόδρομο και τ’ Μαχαιρά.

Τότε μας ειδοποίησανε εδώ ημάς ότι έρχονται οι Ιταλοί να μας κάψ(ου)νε! Και έφ(υ)γαμε απ’ το χωριό. Ούλος ο κόσμος είχανε πιάσει τ(ι)ς ράχες τότε. Η μάνα μ’ [Ευπραξία Φωτάκη] πήρε ένα δεματάκι ρούχα κι δυο σακούλια ρούχα εγώ για μας τα παιδιά: φανέλες κι τέτοια…

Κι πήγαμε την πρώτη βραδιά στη Ρούστα κατά το Σκουρτιανίτικο. Είχαμε τα πρόβατα εκεί. Μετά από κει, τ’ δεύτερ(η) βραδιά πήγαμε σε νια τρύπα κατά το πέλαγο να τρυπώσουμε.

Την άλλη βραδιά, την τρίτ(η) πήγαμε στην Κούλια, την είχανε φκιάσει οι Τούρκοι αυτήνη, στ’ Κατσαρού [Γουριώτισσα]. Την άλλη μέρα μας παίρνει η μάνα μ’ εμένα και τον αδελφό μ’ και πήγαμε στ’ Λαγκάδα τ(η)ς Λεπενούς. Στους Φωτακαίους, το σόϊ μας, τον Αντρέα κι το Γάκια [Γιώργο].Ήταν αδέρφια τ(η)ς μάνας μ’. Μας συντηρούσανε αυτήνοι μέχρι το Νοέμβρη μήνα…

Μετά ήρθαμε στ’ Ρούστα. Ήτανε νια καλύβα εκεί με ζωοτροφές κι τρύπωναμε μέσα. Το χεινόπωρο το ’46 ήρθαμε κάτ(ω) στον Πρόδρομο. Έφκιασαμε ένα σπιτοκάλυβο εκεί δίπλα στο σπίτι κι έμεναμε. Το σπίτι μας είχε καεί απ’ τ(ου)ς Ιταλούς. Και τα περισσότερα σπίτια τότε. Κάτ’ μικρά σπ(ι)τάκια, σπ(ι)τοκάλυβα σαν αχυριώνες είχανε γλυτώσει.

Μετά από 2-3 μέρες γύρσανε ο κόσμος κι έμενανε σ’ αυτά. Τα καλά σπίτια τά ’χανε κάψει. Ο Λαϊνάς π’ γύρ(ι)σε και τήραξε να γλυτώς(ει) το σπίτι τ’ τον σκότωσαν μαζί με τ’ άλογό τ’!
Το σχολείο δίπλα στην εκκλησία το’χανε κάψ(ει).

Την εκκλησία δεν τ(η)ν έκαψανε. Δίπλα ήτανε σχολείο κι εκκλησία.

Τότε το 1950-51 μας βόηθησε το κράτος κι έφκιασαμε το σπίτι μας. Δηλαδή σκεπή, πάτωμα, πόρτες, παραθύρια κι τ’ σκάλα με έξοδα το κράτος…

Έφκιασανε καμιά εβδομηνταριά σπίτια τότε. Τρύπωσαμε στα σπίτια τότε και δεν ήμασταν στο λόγγο, στα πουρνάρια. Πάηναμε και στο σχολείο εγώ κι ο αδελφός μ’. Ο μεγάλος πάηνε στα πρόβατα».[Προφορική αφήγηση 3/10/2018].

9 Mαΐου . Καίγεται ο Μαχαιράς.

«… κ’ είναι οι νεκροί στα ξάγναντα, πρωτοπανηγυριώτες!»
Ο στίχος του ποιητή ταιριάζει στην περίπτωση. Σαν να τον έγραψε για το Μαχαιρά.

Ημέρα του Αγίου Χριστοφόρου πολιούχου, στις 9 του Μάη γίνεται το πανηγύρι. Σ’ εκείνο το πανηγύρι αντί τραγούδια και χοροί, κλάματα και μοιρολόγια ακούστηκαν στο χωριό! Οι Μαχαιριώτες μοιρολογούσαν τους νεκρούς, τα σπίτια, τις προίκες, το βιος που κάηκε…

Ο Γεράσιμος Η. Παπατρέχας στο βιβλίο του: Το χρονικό του Μαχαιρά Ξηρομέρου, γράφει και για τη μάχη της Τσαπουρνιάς και το κάψιμο του χωριού μας.

Παραθέτω απόσπασμα:

«Πρωΐ πρωΐ, στις 9 Μαΐου, η μέρα του πανηγυριού μας, οι φλόγες έζωσαν το χωριό. Ποτέ άλλοτε ο πολιούχος μας άγιος δεν είχε γιορταστεί με τέτοιο τρόπο. Σπίτια, μαγαζιά, αποθήκες, σχολείο έγιναν παρανάλωμα του πυρός. Η μεγάλη ντροπή των Ιταλών ήταν το ξέσπασμα της μανίας τους πάνω στα γεροντάκια που έμειναν στα σπίτια τους νομίζοντας ότι οι κατακτητές θα σεβαστούν τ’ άσπρα μαλλιά, τη γεροντική αδυναμία. Ο Γιώργος Στράτος, Μήτσος Κουτρουμάνος, Σπύραινα Παπαστάμου εκτελέστηκαν στα σπίτια τους. Ο Θοδωράκης Πουλής σκοτώθηκε στην προσπάθειά του να διαφύγει ενώ είχε αρχίσει το όργιο της φωτιάς».

Έχω καταγράψει προφορική αφήγηση της Κυριακής (Κούλας) Παπαστάμου, γνωστής ως θεια Στράταινα, που αναφέρεται στο κάψιμο του χωριού. Αφηγείται την αγωνία και την προσπάθεια των χωριανών της να βγάλουν από τα σπίτια ό, τι μπορούσαν να περισώσουν… Και ότι η φυγή ήταν ο μόνος τρόπος σωτηρίας τους. Η ίδια μου ανέφερε το τραγικό τέλος της γριας πεθεράς της, Αργυρώς συζύγου Σπύρου Παπαστάμου. «Σπύραινας» κατά τη γνωστή ονομασία των γυναικών της εποχής εκ του ονόματος των ανδρών τους.
Η υπέργηρη σήμερα Καλλιόπη Νικήτα (γεν. 1923) θυμάται το φευγιό τους από το χωριό. Παραθέτω απόσπασμα της αφήγησής της:[23/9/2018]

«Πήγαμε στ’ Σκουρτού, στ(ι)ς ράχες, σ’ ένα β(ου)νάκι π’ το λένε Μαναρόπ’. Ημείς έφ(υ)γαμε με τ(ι)ς γειτόνιτσες για να σουθούμε. Κι θ(υ)μάμαι εκεί που κρύβουμαστανε ήτανε κι ο Χρήστος Στράτος, ο πατέρας τ’ Λευτέρ(η), κι μας έλεε: «γυναίκες βγάλτε τα μαντήλια σας κι είναι άσπρα και σας βλέπ’νε απ’ πάν’(ω)!
Αεροπλάνα απάν’, καλιακούδες σωρό! Τι να ιδείς!

Κι όταν τελείωσε η φωτιά είπαμε να γυρίσουμε πίσω. Μ(ι)σοστρατίς έρχονται και μας φωνάζ(ου)νε: Γυρίστε πίσω είναι ακόμα στο χωριό! Ματαφωνάζ(α)νε: Γυρίστε πίσω… Τι γίνηκε τότε: Έφ(υ)γανε κάποιοι τρυπωμένοι κι μπήκανε στα σπίτια πόμ(ει)νανε άκαγα κι πλιατσ(ι)κολόγαγανε, κατάλαβες; Μπήκανε κι έκλεβανε τα σπίτια ν’ αλλ(ο)νώνε.

Κάηκε το δικό μας το σπίτι και άλλα σπίτια. Κάποια δεν κάηκανε. Κάηκανε τα ρούχα μας. Κι νια σκάφη πόπλυναμε κάηκε. Κι η μάνα μ’ τότε έπλυνε τα ρουχαλάκια μας σ’ ένα ταψί που είχε μείνει.
Το σπίτι καμένο. Κι στου παραθύρ(ι) η μάνα μ’ έβανε ένα χειράμι για να το κλειούμε. Γλύτωσανε όμως κι πολλά σπίτια.

Μετά το κράτος, δε θ(υ)μάμαι πότε, έφκιασε τα σπίτια μας, μπυρήνες τότε. Δυο δωμάτια ήτανε.
Τότενες με το κάψιμο σκότωσανε κι τ’ γριά Σπύραινα, μέσ’ τον κήπο. Είχε χωθεί μέσ’ τα κ(ου)κιά, ήτανε ψηλά τα κ(ου)κιά, για να γλυτώσ’ η κακομοίρα. Κι του Μήτσου Κουτρουμάνου στ(η)ν αυλόπορτα. Είχε πει: άμα έρθ(ου)νε θα τ(ου)ς δώκω καπνό για τσιγάρες και θα μ’ αφήσ(ου)νε.

Αλλά τονε σκότωσανε κι αυτόνε.
Ο Π(ου)λής πέρα κει κρύφ’κε απάν’ στα πιρνάρια στο σπίτι τ’. Άκ(ου)σε όμως κ(ου)βέντα κι βήκε. Είπε πως είναι Έλληνες κι κ(ου)βεντιάζ(ου)νε και τ(η)ν πάτσε. Ήτανε αυτήνοι κι πάει κι αυτός».

Ο Γ.Π. σημειώνει ότι δεν έκαψαν πολλά σπίτια στο Μαχαιρά. Αρκετά σπίτια έμειναν απείραχτα.
Ίσως το μίσος και η εκδίκηση των Ιταλών είχαν ξεθυμάνει μετά την καταστροφή του Προδρόμου.
Ίσως είχαν κορεστεί να βλέπουν φωτιά και αποκαΐδια.

Ίσως και να φοβόνταν επίθεση των ανταρτών.
Μετά την καταστροφή του χωριού οι άνθρωποι προσπαθούν και πάλι να σπιτωθούν. Κάποιοι έφυγαν για το αντάρτικο: Κώστας Κουβέλης «Καλέτσης», Δημ. Παπατρέχας «Τρικούπης», Μήτσος Παπαστάμος «Μπουραζάνης» και Γιώργος Β. Κονιώσης.

Αργότερα έφυγαν και αρκετοί άλλοι Μαχαιριώτες. Κατά την εκτίμηση του Γερ. Παπατρέχα ο Μαχαιράς ανάλογα με τον πληθυσμό του έδωσε τους περισσότερους αντάρτες απ’ όλη την περιοχή.

Η Μπαμπίνη δεν κάηκε

Ο Μαχαιράς ήταν το τελευταίο στη σειρά ξηρομερίτικο χωριό που έκαψαν οι Ιταλοί. Στη συνέχεια επέστρεψαν στο Αγρίνιο. Η Μπαμπίνη, αν και ήταν το χωριό του «Χελμού» και στο πέρασμά τους για Αγρίνιο, δεν παραδόθηκε στη φωτιά. Οι κάτοικοί της βέβαια είχαν εγκαταλείψει το χωριό από το φόβο του εμπρησμού και είχαν κρυφτεί για να σωθούν.

Ο Αλέξανδρος Κυριαζής παιδί τότε βίωσε το γεγονός και καταγράφει την αγωνία και το φόβο των συγχωριανών του που έβλεπαν τον καπνό από τα διπλανά χωριά… Παραθέτω απόσπασμα από το βιβλίο του, Εν Μπαμπίνη πλανώμενοι:

«Το βράδυ αυτό θα υποφέρει πολύ από την αρρώστια του ο Σπύρος Θ. Μπιτσώρης (ήταν φυματικός άρρωστος από χρόνια), η οποία θα τον αφήσει τελείως άυπνο με τον παρατεταμένο βήχα της. Ελάχιστα λεπτά πριν την ανατολή του ήλιου ο άνθρωπος αυτός θα ουρλιάξει: «Σηκωθείτε, καίγεται η Χρυσοβίτσα»!

Και πράγματι, από τα Γαλανάκια είναι καντήλι η Χρυσοβίτσα και νομίζεις ότι έτσι δα να κάμεις έφτασες εκεί. Σε αυτό ξεγελούσε και η μαγιάτικη ατμοσφαιρική καθαρότητα με τον ελαφρό πρωινό μαΐστρο.

Πεταχτήκαμε ζεματισμένοι απ’ την αγωνία, καθώς η μάνα ήταν στο χωριό για το ψωμί μαζί με άλλες γυναίκες της συντροφιάς. Στο μεταξύ πυκνός καπνός είχε σηκωθεί στη Χρυσοβίτσα, πάνω από το χωριό και ογκωνόταν γρήγορα ένα σύννεφο ωχροκίτρινο και αποκρουστικό. […]

Πολλά ερωτηματικά γεννήθηκαν αργότερα για το αν ήταν στο πρόγραμμα των Ιταλών το κάψιμο της Μπαμπίνης ή όχι. Μερικοί διατείνονταν ότι ο Μητροπολίτης Μεσολογγίου έκανε διάβημα και είχαμε το αποτέλεσμα του μοτοσικλετιστή στο σύνορο που επέδωσε τη διαταγή της αναστολής κάθε άλλου εμπρησμού.

Άλλοι πάλι έλεγαν πως δεν ήταν στο πρόγραμμα η Μπαμπίνη».

Μνημείο Αντίστασης

Η Τσαπουρνιά αποτελεί ένα μνημονικό τόπο Αντίστασης.
Η συλλογική μνήμη διασώζει το ιστορικό γεγονός.

Οι άνθρωποι όμως που το βίωσαν λιγόστεψαν.
Η δημιουργία ενός μνημείου στο χώρο θα συντελέσει στην ενεργοποίηση της Συλλογικής Μνήμης. Θα κινητοποιήσει το ενδιαφέρον των νεότερων για τη γνώση της Τοπικής Ιστορίας. Η γνώση της τοπικής κάνει ευκολότερα κατανοητή τη Γενική Ιστορία.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση σε συνεργασία με άλλους φορείς, πολιτιστικούς συλλόγους και κατοίκους της ευρύτερης περιοχής μπορεί να στήσει αυτό το μνημείο, εμπόδιο στη λήθη…
Τιμή στους νεκρούς του Ξηρομέρου
Και στους Έλληνες που Αντιστάθηκαν…

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ετικέτες

Σχολίασε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Close