Ποιοί Αγιοι γιορτάζουν την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου και η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Τιμοθέου Αποστόλου, Αγίου Αναστασίου του Πέρση και του Αγίου Ιωσήφ του Σαμάκου το λείψανό του οποίου βρίσκεται στο Ναό του Παντοκράτορα Γαϊτανίου στη Ζάκυνθο
Γιορτάζουν οι: Αναστάσιος, Τάσος, Αναστάσης, Ανέστης, Αναστασία, Τασούλα, Τιμόθεος, Τίμος, Τιμάς, Τίμης, Θέος, Τιμοθέη, Τιμοθέα, Τίμα, Τίμη, Θέα, Θέη.
Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης
Ο Οσιομάρτυρας Αναστάσιος ήταν γιος ενός μάγου και γεννήθηκε στην Περσία στις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ. Αρνούμενος να απαρνηθεί τη χριστιανική πίστη οδηγήθηκε στα βασανιστήρια και θανατώθηκε με φρικτό τρόπο. Η μνήμη του τιμάται στις 22 Ιανουαρίου.
Βιογραφία
Την εποχή αυτή οι Πέρσες είχαν καταλάβει την Ιερουσαλήμ και πήραν ως λάφυρό τους τον Τίμιο Σταυρό. Με την δύναμη του εκεί γίνονταν πολλά θαύματα και πολλοί τρέχανε με προθυμία να δούνε. Έτσι με το βλέμμα τους προσκυνούσαν το τίμιο Ξύλο του Χριστού, που αν και μεταφέρθηκε ως λάφυρο από τα Ιεροσόλυμα κυριεύει και ανατρέπει την μαγική περσική θρησκεία και αιχμαλωτίζει στην χριστιανική πίστη πολλές ψυχές. Μεταξύ αυτών ήταν και ο γιος του μάγου, ο οποίος μετά από θεία έλλαμψη αναζητούσε να μάθει γιατί οι Χριστιανοί τιμούσαν τόσο πολύ τον Τίμιο Σταυρό. Έμαθε για την αλήθεια του Ευαγγελίου και ήρθε στα Ιεροσόλυμα, όπου κατηχήθηκε και βαπτίσθηκε με το χριστιανικό όνομα Αναστάσιος. Εκάρη μοναχός στη Μονή Αγίου Σάββα, όπου έμεινε για 17 χρόνια.
Το μαρτύριο
Αναγνωρίσθηκε όμως από τους Πέρσες και για την μεταστροφή του αυτή οδηγήθηκε αμέσως στα βασανιστήρια. Με πολλή χαρά και μεγάλη προθυμία παραδόθηκε στους δημίους, οι οποίοι τον στραγγάλισαν και κατόπιν τον αποκεφάλισαν. (πηγή wikipedia).
Αγιος Απόστολος Τιμόθεος
Ο ΠΙΣΤΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Μια ευγενική μορφή της πρώτης Εκκλησίας υπήρξε και ο άγιος απόστολος Τιμόθεος, ο πιστός μαθητής, ακόλουθος και πολύτιμος συνεργάτης του αποστόλου Παύλου.
Τις περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτόν τις παίρνουμε από το ιερό βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Γεννήθηκε στην Λύστρα της Λυκαονίας της Μ. Ασίας, περί το 30 μ. Χ., από πατέρα Έλληνα (ειδωλολάτρη) και Ιουδαία μητέρα, την θαυμάσια Ευνίκη, η οποία είχε μεταστραφεί στον Χριστιανισμό, όπως και η ευσεβής γιαγιά του (από τη μητέρα του) Λωίδα. Τα ονόματά τους φανερώνουν πως στα μέρη εκείνα είχε συντελεστεί μια σημαντική επιμειξία Ιουδαίων και Ελλήνων. Σε αυτές τις δύο υπέροχες γυναίκες χρωστούσε την βαθειά πίστη στο Θεό, την ηθική του ακεραιότητα και τον αδαμάντινο χαρακτήρα του. Η Ευνίκη, μορφωμένη και ευγενής γυναίκα, δίδαξε στον Τιμόθεο από μικρό παιδί την ευσέβεια, ανατρέφοντάς τον θεοπρεπώς. Μάλιστα, όπως αναφέρεται, από τη βρεφική του ηλικία γνώριζε τις Άγιες Γραφές. Άλλωστε και το όνομά του σημαίνει «αυτός που τιμά το Θεό». Αυτή η θρησκευτική αγωγή τον βοήθησε αργότερα να αποδεχτεί την χριστιανική πίστη.
Είχε ασθενικό χαρακτήρα, αλλά δυναμικό ψυχικό σθένος, ο οποίος αψήφησε κόπους, ταλαιπωρίες και διωγμούς, κατά την ιεραποστολική και ποιμαντική του δράση.
Φαίνεται ότι γνώρισε στον απόστολο Παύλο και προσκολλήθηκε μαζί του κατά την πρώτη περιοδεία του στη Μ. Ασία και ειδικά στην Λυκαονία, περί το 50 μ. Χ. κατηχήθηκε και βαπτίστηκε. Υπάρχει η πιθανότητα να φιλοξένησε η οικογένειά του τον Παύλο και το σύνοδό του Βαρνάβα, να κατηχήθηκε η οικογένειά του και να μεταστράφηκε ολόκληρη στον Χριστιανισμό. Επίσης ο Τιμόθεος είδε με τα μάτια του τα παθήματα του Παύλου στα Λύστρα, το οποία έγιναν αφορμή να γεννήσει στην ψυχή του θαυμασμό για εκείνον και να πάρει την απόφαση να γίνει συνοδός του. Ίσως ο διωγμός αυτός να συντέλεσε καταλυτικά για την μεταστροφή του στην χριστιανική πίστη.

Από τότε ο Τιμόθεος προσκολλήθηκε πιστά στον Παύλο, γινόμενος ο πιο πιστός του συνεργάτης στο ιεραποστολικό του έργο, συμβάλλοντας και αυτός στην ίδρυση Εκκλησιών στη Μικρά Ασία και την Ελλάδα. Μάλιστα κατέστη ένθερμος υποστηρικτής των διωκομένων χριστιανών. Του ανατέθηκαν επίσης σημαντικές αποστολές για σοβαρά εκκλησιαστικά θέματα, παρά το ότι ήταν νεαρός.
Κατά την Β΄ αποστολική περιοδεία του ο Παύλος, πήρε μαζί του και τον Τιμόθεο και δια μέσω της Φρυγίας, και Μοισίας έφτασαν στην Τρωάδα. Από εκεί έπλευσαν στη Σαμοθράκη, απέπλευσαν στη Νεάπολη και έφτασαν στους Φιλίππους, όπου ίδρυσαν την πρώτη Εκκλησία στον ελληνικό χώρο. Κατόπιν πέρασαν από την Αμφίπολη και την Απολλωνία και έφτασαν στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ο Τιμόθεος συνέβαλλε τα μέγιστα για την ίδρυση της Εκκλησίας, παρά το διωγμό, που έγειραν οι Ιουδαίοι της πόλεως εναντίον τους, εξαναγκάζοντάς τους να φύγουν βιαστικά για τη Βέροια. Όταν έφτασαν στην Αθήνα, ο Παύλος έστειλε τον Τιμόθεο στη Θεσσαλονίκη να στηρίξει τους εκεί διωκόμενους χριστιανούς. Αργότερα τον συναντάμε στην Κόρινθο βοηθώντας τον Παύλο στο ιεραποστολικό του έργο.
Κατά την Γ΄ περιοδεία του ο Παύλος περιόδευσε την Μικρά Ασία έχοντας μαζί του τον Τιμόθεο. Έμεινε στην Έφεσο τρία χρόνια, στέλνοντας τον Τιμόθεο σε διάφορες εμπιστευτικές αποστολές στην Μ. Ασία και Ελλάδα, μαζί τον επίσης αφοσιωμένο συνοδό του Έραστο. Έφτασαν στην Κόρινθο. Από την Κόρινθο μετέφερε με τον Παύλο την «λογία» (χρηματική συνεισφορά) για τις ανάγκες των
πιστών της Ιερουσαλήμ. Εν συνεχεία έφτασαν στη Μίλητο και από εκεί στην Κω και τη Ρόδο. Αργότερα πέρασαν στα Πάταρα και συνέχισαν την οδοιπορία τους στην Τύρο, στην Πτολεμαΐδα και στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, τερματίζοντας στα Ιεροσόλυμα, όπου συναντήθηκαν με τον Παύλο. Του συμπαραστάθηκε στην φυλάκισή του και στη συνέχεια τον συνόδευσε στη Ρώμη, υπηρετώντας τον στον κατ’ οίκον περιορισμό του.
Μετά την αθώωση του Παύλου από το αυτοκρατορικό δικαστήριο, έφυγε μαζί του για την Έφεσο, τον οποίο χειροτόνησε Επίσκοπο στην μεγάλη μικρασιάτικη πόλη, για να αντιμετωπίσει τις «ετεροδιδασκαλίες», δηλαδή τις πρώιμες αιρέσεις. Πρέπει τότε να ήταν περίπου 35-40 ετών. Ο Τιμόθεος εργάστηκε δραστήρια και μετέστρεψε χιλιάδες ειδωλολάτρες και ιουδαίους στην χριστιανική πίστη.
Δεν θα πρέπει να λησμονούμε πως η Έφεσος ήταν το κυριότερο κέντρο της ειδωλολατρίας στην Ασία, διότι εκεί λατρεύονταν η «θεά» Άρτεμις στον περίφημο ναό της, ο οποίος, πριν καεί από τον διαβόητο Ηρόστρατο (3Ος π. Χ. αιώνας), ήταν ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Αλλά και στα χρόνια εκείνα διατηρούσε την αίγλη του, όπου συσσώρευαν χιλιάδες λατρευτές της «θεάς» και οι σκοταδιστές ιερείς και οι κατασκευαστές ειδωλίων πλούτιζαν. Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού άρχισαν να απειλούνται τα συμφέροντά τους και για τούτο υποκινούσαν συχνά διωγμούς κατά των Χριστιανών.
Αρχαία παράδοση αναφέρει πως στα χρόνια του Δομετιανού (81-96 μ. Χ.) κατ’ άλλους επί Νέρωνα (54-68 μ. Χ.) έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου. Ο Τιμόθεος πήγαινε στα καταγώγια της πόλεως, όπου οι ειδωλολάτρες τελούσαν τις εορτές τους με αισχρά δρώμενα και ακολασίες, για να τους αποτρέψει από αυτές τις απάνθρωπες τελετές και τις θυσίες. Πλημυρισμένος από θείο ζήλο, κήρυττε την αποστροφή του σε αυτές τις αθλιότητες και αισχρότητες, ως έργα του διαβόλου, ο οποίος λατρεύεται στα πρόσωπα των αισχρών και ακόλαστων ειδωλολατρικών «θεών». Κήρυττε την αποχή από τα έργα του διαβόλου και τη μετάνοια. Σε κάποια από αυτές τις εορτές προς τιμήν της Εφεσίας Αρτέμιδος, «Καταγώγιον ονομαζομένην» επειδή κατέκρινε τα όργια των εορταστών, φανατικοί ειδωλολάτρες, οιστρηλατημένοι από την αμαρτία της ακολασίας εξοργίστηκαν και όρμισαν εναντίον του. Τον συνέλαβαν, τον κακοποίησαν και στο τέλος τον φόνευσαν με ρόπαλο, περί το 97 μ. Χ.
Οι Χριστιανοί της Εφέσου κατόρθωσαν να περιμαζέψουν το τίμιο λείψανό του, το οποίο μετέφεραν σε ασφαλές σημείο και το έθαψαν με τιμές και οδύνη. Το 356 μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε, μαζί με τα λείψανα των αποστόλων Ανδρέα και Λουκά στην Αγία Τράπεζα του ναού των Αγίων Αποστόλων. Αργότερα ο Ιουστινιανός τον 6ο αιώνα, μετασκευάζοντας το ναό, άφησε άθικτη την Αγία Τράπεζα, καλύπτοντάς την με αργυρή θήκη.
Τεμάχια του Ιερού Λειψάνου του φυλάσσονται στις Ιερές Μονές, Αγίου Παντελεήμονος Αγίου Όρους. Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων. Κύκκου Κύπρου. Στο Κοπτικό Πατριαρχείο της Αιγύπτου. Στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων Βενετίας κ.α.
Μας έχουν διασωθεί δύο επιστολές του αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο, οι οποίες ανήκουν στις λεγόμενες ποιμαντικές επιστολές και είναι ενταγμένες τον κανόνα της Καινής Διαθήκης. Περιέχουν πολύτιμες συμβουλές προς τους κληρικούς και λαϊκούς, για την κατά Χριστόν ζωή. Θεωρούνται αξιόλογες για τις ιστορικές μαρτυρίες που παρέχουν.
Η μνήμη του τιμάται στις 22 Ιανουαρίου.
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ ΣΑΜΑΚΟΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Το αγιασμένο νησί της Ζακύνθου έχει την ευλογία να κατέχει ως πολύτιμους θησαυρούς, ως «λίθων πολυτίμων πολυτιμότερα», δύο άφθαρτα ιερά σκηνώματα, του αγίου Διονυσίου και προστάτη του νησιού και του αγίου Ιωσήφ του Ηγιασμένου του Σαμάκου του Κρητός. Το ιερό σκήνωμα του αγίου Ιωσήφ φυλάσσεται εδώ και πεντακόσια χρόνια στον Ιερό Ναό Παντοκράτορος Γαϊτανίου Ζακύνθου, το οποίο θαυματουργεί και αγιάζει τους ευλαβώς προσερχόμενους προσκυνητές.
Ο άγιος Ιωσήφ, ο επονομαζόμενος Σαμάκος, καταγόταν από την Κρήτη. Γεννήθηκε στο χωριό των Κεράμων της Σητείας στα 1440, στο σημερινό χωριό Αζωκέραμο, από ευσεβείς γονείς και πλούσιους, οι οποίοι τον μεγάλωσαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Από μικρό παιδί είχε δείξει σημάδια ευσέβειας και αρετής, διακρινόμενος από όλα τα άλλα παιδιά του χωριού. Ο αγαπημένος του τόπος ήταν η εκκλησία του χωριού, όπου σύχναζε και βοηθούσε τον ιερέα. Ζητούσε από τους γονείς του να τον γνωρίσουν με σοφούς πνευματικούς δασκάλους για να μάθει την χριστιανική πίστη.
Όταν έγινε έφηβος τον παρέδωσαν στη μικρή Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, του Δερματάνου, όπως πολλοί το ήξεραν. Αυτό βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, στον Χάνδακα (Ηράκλειο), όπου ζούσε ένας ενάρετος και σοφός μοναχός. Αυτός τον μύησε στην ορθόδοξη πνευματικότητα και του έμαθε τα πρώτα γράμματα. Κοντά σ’ αυτόν του γεννήθηκε η επιθυμία να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και να αφιερωθεί στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Εκεί ασκήθηκε στην καλλιγραφία, αποκτώντας το χάρισμα και την ικανότητα να αντιγράφει και να καλλιτεχνεί εκκλησιαστικά και πατερικά βιβλία, σε μια εποχή που ήταν ακόμη άγνωστη η τυπογραφία.

Ύστερα από λίγο καιρό κοιμήθηκαν οι γονείς του. Χωρίς υποχρεώσεις και δεσμεύσεις ήταν ελεύθερος να πραγματοποιήσει την επιθυμία του. Μοίρασε την μεγάλη πατρική του περιουσία στους φτωχούς και σε μοναστήρια της περιοχής και αποφάσισε να γίνει μοναχός. Πήγε στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στον αγαπημένο του δάσκαλο και του ζήτησε να τον δεχθεί στην αδελφότητα.
Ο πνευματικός του βλέποντας την πνευματική του πρόοδο τον χειροθέτησε μοναχό δίνοντάς του το όνομα Ιωσήφ. Επιδόθηκε σε σκληρούς αγώνες, προκειμένου να απαλλαχτεί από τα πάθη του και να ζήσει την κατά Χριστόν ζωή με ακρίβεια. Στη συνέχεια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, διακρινόμενος για την ευλάβειά του και την ταπεινοφροσύνη του.
Μετά το θάνατο του γέροντος πνευματικού του ανέλαβε ηγούμενος της Μονής του. Μάλιστα επέδειξε μεγάλη ικανότητα, ζήλο και διάκριση, ώστε έγινε αγαπητός από την αδελφότητα και η φήμη του διαδόθηκε σερ όλη την περιοχή.
Αργότερα ικανοποίησε παιδική του επιθυμία να επισκεφτεί τα θεοβάδιστα ιερά προσκυνήματα των Αγίων Τόπων, όπου έμεινε για αρκετό καιρό στα θεοβάδιστα μέρη, όπου βάδισε και έζησε ο Κύριος. Εκεί γνώρισε αγίους και ενάρετους ανθρώπους, από τους οποίους έλαβε ευλογία, δύναμη και σοφία. Η διαμονή του στους Αγίους Τόπους έντεινε τον πνευματικό του αγώνα και καλλιέργησε στην ψυχή του την χριστιανική υποχρέωση της φιλανθρωπίας.
Όταν γύρισε στη Μονή του, άρχισε ένα μεγάλο έργο φιλανθρωπίας, διότι είχε τη βεβαιότητα ότι στα πρόσωπα των ενδεών ανθρώπων ευεργετούσε το Χριστό. Μοίραζε αδιάκοπα ό, τι υπήρχε στο μοναστήρι, ώστε πολλές φορές έμεινε ο ίδιος νηστικός προκειμένου να θρέψει τους ενδεείς της περιοχής. Επισκεπτόταν ασθενείς, στους οποίους προσεύχονταν με θέρμη για την αποκατάσταση της υγείας τους,
φυλακισμένους, τους οποίους εμψύχωνε και στήριζε και κάθε πονεμένη ψυχή, παρηγορούσε. Σε πολλές περιπτώσεις θαυματουργούσε, όπως λ. χ. προμηθεύονταν θαυματουργικώς πρόσφορα για τη Θεία Λειτουργία.
Η αδιάκοπη άσκηση, η νηστεία, οι αγρυπνίες και η κόπωση έφθειραν το αγιασμένο σώμα του. Στις 22 Ιανουαρίου του 1511, σε ηλικία 70 ετών κοιμήθηκε ειρηνικά και ενταφιάστηκε στην αγαπημένη του Μονή. Λίγα χρόνια αργότερα έγινε ανακομιδή των λειψάνων του βρέθηκε το σώμα του άφθορο και αναλλοίωτο, κάνοντας άπειρα θαύματα. Η συνεχής θεραπεία πλήθους ασθενών, τυφλών και δαιμονισμένων και μετά την κοίμησή του, καθιέρωσε ευρύτατα την φήμη του ως θαυματουργού.
Στα 1669 οι Αγαρηνοί κατέλαβαν την Κρήτη. Για να μην το καταστρέψουν, ο ευλαβής κληρικός Αντώνιος Αρμάκης το μετέφερε, στις 29 Αυγούστου του ιδίου έτους, στη Ζάκυνθο, όπου το τοποθέτησε στην Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Μαντινειού στα Ξηροβούνια Γαϊτανίου, όπου έμεινε ως το 1915. Κατόπιν μεταφέρθηκε στον Ενοριακό Ιερό Ναό του παντοκράτορος Γαϊτανίου και παραμένει ως τα σήμερα θαυματουργώντας. Η μνήμη του εορτάζεται στις 22 Ιανουαρίου.
Ο άγιος Ιωσήφ Σαμάκος κλήθηκε ηγιασμένος, διότι πράγματι ολόκληρη η ζωή του ήταν ένας συνεχής αγώνας αγιασμού από τις άκτιστες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος. Υπήρξε πολύτιμο σκεύος της θείας χάριτος. Φανερή εικόνα της αγιότητάς του ήταν η παροιμιώδης φιλανθρωπία του. Έκανε πράξη την υποχρέωσή να είναι φιλάνθρωπος. Ο Αδελφόθεος Ιάκωβος μας βεβαιώνει πως όλα τα αγαθά μας τα στέλνει ο Ουράνιος Πατέρας μας. Είναι δώρα από Εκείνον για μας, για να μπορούμε να ζούμε και να απολαμβάνουμε τις δωρεές Του, όλοι μας χωρίς την παραμικρή διάκριση. Κατά συνέπεια: δεν είμαστε ιδιοκτήτες τους, αλλά διαχειριστές τους. Ο Μέγας Βασίλειος έγραψε πως ό, τι μας περισσεύει και το κρύβουμε στις αποθήκες μας είναι σαν να το κλέβουμε από εκείνους που το στερούνται. Το περίσσευμά μας είναι το υστέρημα του άλλου και ως εκ τούτου, αν θέλουμε να θεωρούμε τον εαυτό μας καλό χριστιανό, θα πρέπει να το αποδώσουμε σε εκείνον που ανήκει! Αυτό έκανε σε όλη του τη ζωή ο άγιος Ιωσήφ Σαμάκος. Όχι μόνον δεν κατακρατούσε τα περισσεύματα στις αποθήκες της Μονής, αλλά έδινε και από τα απαραίτητα που είχε ανάγκη ο ίδιος. Προτιμούσε όπως προαναφέραμε, να μένει νηστικός και ρακένδυτος ο ίδιος και να χορτάσει και να ντύσει τους ενδεείς.
Σήμερα ζούμε δυστυχώς όλοι μας μια δύσκολη περίσταση, όπου η ανέχεια έχει χτυπήσει την πόρτα πολλών συνανθρώπων μας. Η αλήθεια είναι ότι η πλειοψηφία των αδελφών μας κάνουν το χριστιανικό μας καθήκον και βοηθούν τους φτωχούς και πεινασμένους. Αλλά υπάρχουν και πολλοί που περιχαρακώνονται στην αυτάρκειά τους και αδιαφορούν για την πείνα και την ανέχεια των αδελφών μας. Αν ζούσε στις μέρες μας ο άγιος Ιωσήφ θα έμπαινε πρώτος στη σειρά για αν δώσει το καλό παράδειγμα σε όσους αδιαφορούν για την αρετή και την υποχρέωση της φιλανθρωπίας.










