Lifestyle & People

Οι τελευταίες ώρες της Αλίκης με την πένα ενός Ναυπάκτιου

lif-vougiouklakiΗ Αλίκη πέθανε σαν σήμερα πριν απο 20 χρόνια κι εμένα -δεν θυμάμαι για πού- μου ζήτησαν να γράψω ιστορίες δυο χρόνια μετά το θάνατό της (για να μην με πρήζετε, ναι στη φωτό είμαι εγώ, χοχοχο). Σαν σήμερα, λοιπόν, το 1998 είχα γράψει αυτό:

Δύο χρόνια μετά το θάνατό της, οι άνθρωποι που αποτελούσαν την καθημερινότητα της Αλίκης βρίσκονται διασκορπισμένοι, με μόνο κοινό παρανομαστή τις μνήμες που τους συντροφεύουν, ενώ ο μύθος της αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό που αυξάνονται οι ιστορίες που αφορούν τις ημέρες λίγο πριν από το τέλος και λίγο μετά. Άνθρωποι και ιστορίες, παράλληλα σύμπαντα που ξετυλίγονται και τα δύο μαζί:
22 Μαϊου 1996, 9ος όροφος Ιατρικού Κέντρου Αθηνών, Μαρούσι. Πρώτη μέρα. Από το παράθυρο της σουίτας, η Αλίκη προσπαθεί να σημαδέψει με το βλέμμα της τη γειτονιά που μεγάλωσε. Λίγο τα κτίρια του Βωβού, λίγο η κούραση και η αδυναμία, δεν καταφέρνει και πολλά. Ξαπλώνει με τη βοήθεια της Νότας στο κρεβάτι. Λευκό σεντονάκι, λεπτό. Λευκό μαξιλάρι, μαλλιά λυτά, μάτια που έχουν βυθιστεί στην απόγνωση. Πέντε, έξι άνθρωποι γύρω της. Οι άνθρωποί της. Μόνο με τη μάνα της νοιώθει αμηχανία. Δεν ήθελε να γνωρίζει τίποτα η κυρία Έμμυ. Και οι υπόλοιποι δεν ήθελαν να γνωρίζει τίποτα η Αλίκη. Αλλά, της ξεφεύγει τίποτα; Πού και πού, τους πετάει υπονοούμενα. Πού και πού ξεγλυστράει η αισιοδοξία και φέρνει αμηχανία σε όλους. Ο Γιάννης απέναντί της. Ο Κώστας Σπυρόπουλος παράμερα, γυρισμένος πλάτη την περισσότερη ώρα. Δεν είχε το κουράγιο να την κοιτάει στα μάτια. Η κυρία Έμμυ. δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρια –«το ξέρω ότι δεν κάνει, αλλά δεν μπορώ», τους έλεγε. «Μα, η Αλίκη θα γίνει καλά», την καθησύχαζαν όταν την κατέβαζαν κάτω στο καφέ του ισογείου τα άλλα δύο παιδιά της, ο Τάκης και ο Αντώνης. Αλλά, εκείνη ήξερε.
Ιούνιος 1996, ένας μήνας μετά. Πίσω στο δωμάτιο. Ο Γιάννης Παπαμιχαήλ ακοίμητος εκεί. Ο Κώστας Σπυρόπουλος 24 ώρες το 24ωρο. Η Νότα, η Άντα, η Βάσω εκεί. Ούτε να φύγουν να πάνε να αλλάξουν. Με βάρδιες τό’ σκαγαν, εναλλάξ, με την ψυχή στο στόμα, να επιστρέψουν. Τώρα, η Αλίκη –και να μπορούσε– δεν είχε καν τη διάθεση να σηκωθεί, να ονειρευτεί από το παράθυρο της σουίτας του 9ου ορόφου πως πετάει για τη γειτονιά που μεγάλωσε. Οι εικόνες είναι συνταρακτικές όπως την περιγράφουν οι λίγοι άνθρωποι που μπαινόβγαιναν στο δωμάτιο –κυρίως νοσοκόμες και γιατροί. Γιάννης, Κώστας, Νότα, Άντα, Βάσω μόνιμοι, η κυρία Έμμυ και τα αδέλφια της όσο πιο πολύ μπορούσαν, η Ζωή Λάσκαρη και ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος τουλάχιστον τρεις με τέσσερις ώρες κάθε ημέρα, η Ελένη Κούρκουλα και ο Σταμάτης Φασουλής τουλάχιστον τρεις με τέσσερις μέρες την εβδομάδα. Στη διπλανή σουίτα, τις ώρες της θλίψης συνόδευαν και στιγμές που σίγουρα θα έκαναν την Αλίκη να σκάσει από το κακό της -πολύ απλά γιατί δεν συμμετείχε στις πλάκες τους! Εκεί μαζεύονταν οι φίλοι της, πολλές φορές ο Κώστας Σπυρόπουλος και η Ελένη Κούρκουλα που του συμπαραστάθηκε ιδιαίτερα, αλλά και ο Σταμάτης Φασουλής που αντιδρώντας στη μελαγχολική ατμόσφαιρα, έλεγε ιστορίες με την Αλίκη που έκαναν τους άλλους να γελάνε.
Κάποια στιγμή, ήρθε να τη δει ο Κλεισθένης, ο φωτογράφος που απαθανάτισε το πρόσωπό της εκατοντάδες φορές. Στη γέννηση του Γιάννη ήταν εκεί, τον έβαλε μέσα στο δωμάτιο του μαιευτηρίου η Αλίκη και του είπε να της βγάλει τις πρώτες οικογενειακές φωτογραφίες. Αλίκη, Δημήτρης και Γιάννης με το φακό του Κλεισθένη. Και στο γάμο της, αυτός ήταν εκεί. Και στις πρεμιέρες της. Και η υπογραφή του στα πορτρέτα της. Και η μηχανή του στο Θεολόγο, να εγκλωβίζει το πρόσωπό της τυλιγμένο με τα χέρια της, σε απόγνωση, όταν –στα χωρίσματα– ο Παπαμιχαήλ για να την πικάρει πήγε και άδειασε όλο το εξοχικό. Παντού ο Κλεισθένης. Και τώρα εδώ. Στη σουίτα του 9ου ορόφου, να της πιάνει το χέρι και να της λέει ότι την βρίσκει μια χαρά.
«Λάμπουν τα μάτια σου», της είπε.
Χαμογέλασε. Τα μάτια της, όντως, έλαμψαν τα επόμενα δευτερόλεπτα.
«Ο φακός σου με ακολούθησε σε όλη μου τη ζωή. Έλα αύριο και τράβηξέ με φωτογραφίες. Κράτα τες, να υπάρχουν. Και μην τις δώσεις ποτέ πουθενά. Δώσ’ τες στο γιο σου, να τις έχει κι ας τις κάνει ό,τι θέλει μετά από χρόνια. Θέλω να έχεις στο αρχείο σου και αυτή την Αλίκη»…
Ο Κλεισθένης πρόλαβε κι έβγαλε σκάρτο ένα φιλμ. Εκεί, στο στενό της Φιλελλήνων, στο περίφημο Studio Κλεισθένης, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες φωτογραφίες της, υπήρχαν κι αυτές. Οι τελευταίες της Αλίκης. Μιας άλλης Αλίκης, όμως… Μιας Αλίκης διαφορετικής, χωρίς χαμόγελο, μιας Αλίκης που δύσκολα θα αναγνώριζε κανείς με την πρώτη ματιά… Ίσως μόνο από τη λάμψη στα μάτια της…
Μονάχα μια φορά έμεινε μόνη της χωρίς τις γυναίκες που επί δεκαετίες ήταν η σκιά της, τη φρόντιζαν για όλα στο καμαρίνι και φυσικά στο σπίτι της οδού Στησιχόρου. Ο Γιάννης ζήτησε ευγενικά να βγουν έξω. Κάθισε απέναντί της. Τα δάκρια ήταν περισσότερο δάκρια λύτρωσης. Είπε όσα δεν της είχε πει όλα τα χρόνια της ζωής του. Της εξομολογήθηκε πράγματα που δεν τα είχε παραδεχτεί ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό. Κι η Αλίκη άκουγε το παιδί της για πρώτη φορά να μιλάει από καρδιάς, χωρίς ωστόσο να εκπλήσσεται απ’ ό,τι κι αν άκουσε. «Η μάνα ξέρει τα πάντα, δεν χρειάζεται να πεις τίποτα περισσότερο», εξομολογήθηκε η Αλίκη μετά. Από εκείνη τη μέρα και μετά, ήταν σαν να παρέδωσε τα όπλα. Σαν να μην είχε πλέον κανένα λόγο να παλέψει για να ζήσει.
23 Ιουλίου 1996, 10:15 πρωινή. Το κλάμα του Γιάννη και του Κώστα πάγωσε όλους όσοι περίμεναν έξω. Στο δωμάτιο, δίπλα τους, οι τρεις γυναίκες που της στάθηκαν σαν μάνες στα ωραία και στα δύσκολα. Δεκαετίες η Νότα, λίγο λιγότερο η Άντα, 16 ολόκληρα χρόνια η Βάσω. Μια ζωή. Η Αλίκη έφυγε. Βουβός πόνος. Η Νότα βγαίνει έξω, δεν αντέχει. Πέφτει στην αγκαλιά του Σταμάτη Φασουλή. Ο Γιάννης μόνος. Ο Κώστας μόνος. Οι άλλες δυο, Άντα και Βάσω, έμειναν πίσω. Η Ζωή και ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος πλησιάζουν το Γιάννη και τον Κώστα…
Στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου, δίπλα από τη Μητρόπολη Αθηνών, λίγο πριν η σωρός της Αλίκης εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα, η Ζωή βάζει τις τελευταίες πινελιές και δίνει οδηγίες για να έχει η αγαπημένη της φίλη την εικόνα που όλοι αγαπήσαμε: Λαμπερή και όμορφη. Πρώτο Νεκροταφείο, ενταφιασμός, τριήμερα. Τα στόματα όλων ήταν ακόμα κλειστά. Σιγή στο σπίτι της οδού Στησιχόρου. Μαζεύονταν όλοι εκεί να πάρουν λίγο από Αλίκη. Λίγο από τη μυρωδιά της, λίγο από την αύρα της. Κάθονταν βουβοί, τα λόγια περίσσευαν. Κι όταν κάποιος επιτέλους, μπόρεσε να ψιθυρίσει τα πρώτα λόγια, ένα αεράκι φύσηξε, ζωήρεψε η κουβέντα, ζωήρεψε και ο αέρας κι άρχισε να ταλανίζει τις τέντες στο ρετιρέ της Στησιχόρου. Πάγωσαν όλοι.
«Εδώ είναι το Αλικάκι μας», είπε ο Σταμάτης Φασουλής. «Αλίκη, σ’ αγαπάμε, σε νοιώθουμε»…
Οι ιστορίες αυτού του είδους είναι σαν τους θρύλους. Αληθινές, αλλά ωστόσο εξωπραγματικές. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που πέρασαν εκείνες τις πρώτες ημέρες από το ρετιρέ της Στησιχόρου, το επιβεβαιώνουν: Αύγουστος μήνας και ξαφνικά σηκωνόταν ένας ανεμοστρόβιλος από το πουθενά, λες και γεννήθηκε για να περάσει μόνο από το μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου. Αύγουστος μήνας και ξαφνικά, τα σώματα του καλοριφέρ έτριζαν κι ένας υπόκωφος ήχος τάραζε τη σιωπή.
«Σαν να μας έλεγε η Αλίκη ότι θέλει ζωντάνια, σαν να ήρθε να κάνει τη σκανδαλιά της, να μας ξυπνήσει και να φύγει»…
Κράτησε καιρό αυτή η ιστορία. Μέχρι που οι συγκεντρώσεις άρχισαν να αραιώνουν. Μέχρι που ένας – ένας, οι ένοικοι του διαμερίσματος της οδού Στησιχόρου άρχισαν να σκορπίζουν…
Ο Κώστας Σπυρόπουλος πήγε κι έμεινε στο εξοχικό της Ζωής Λάσκαρη στο Πόρτο Χέλι, όπου φιλοξενούταν και η χήρα Παπανδρέου. Η ιστορία πήρε το δρόμο της… Η Νότα έμενε χωρίς «παιδί». Την πήρε ο Σταμάτης Φασουλής και την έχει μέχρι σήμερα βοηθό του, σκιά του, παντού και πάντα μαζί, σαν μάνα. Η Άντα δουλεύει για την Άννα Φόνσου. Η Βάσω, έκπληξη, δουλεύει για την Μιμή Ντενίση. Είναι εκείνη που τη φροντίζει στα πάντα, όσον αφορά το θέατρο. Κι η τέταρτη, όχι του σπιτιού, αλλά του θεάτρου, η Αλέκα –θρυλική φιγούρα για χρόνια στο ταμείο του θεάτρου Αλίκη, που ήξερε το μαγικό τρόπο να βάζει τους θεατές με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται το θέατρο πάντοτε γεμάτο, έστω κι αν δεν είχε πληρότητα– δουλεύει στο ίδιο πόστο, στα θέατρα του επιχειρηματία και καλού φίλου της Αλίκης, Γιώργου Λεμπέση…
Κι ο Γιάννης, στο τέλος, αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι. Τόσες μνήμες, τόσα περιστατικά που δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει εκεί μέσα. Το σπίτι πουλήθηκε σε ζεύγος του εξωτερικού, που αποφάσισε να μείνει στην Ελλάδα. Πιθανόν να μην ξέρουν όλες τις ιστορίες. Πιθανόν και η Αλίκη να μην έχει λόγο να περιφέρεται πλέον εκεί…

Ο Γεώργιος Παπαϊωάννου με καταγωγή από τον Πλάτανο Ναυπακτίας είναι δημοσιογράφος και διατέλεσε αρχισυντάκτης πολλών περιοδικών μεγάλης κυκλοφορίας στη  φωτογραφία αριστερά Στη δεύτερη φωτογραφία  η Αλίκη στον Πλάτανο με τον μαιευτήρα-γυναικολόγο της Νικόλαο Παπανικολάου το 1968 και μαθήτριες με την παραδοσιακή Πλατανιώτικη φορεσιά -Δύο φωτογραφίες με την Αλίκη με  Πλατανιώτες από τα πιό κοντινά της πρόσωπα και διαφορά πολλών ετών.

 Γραφει ο Γεώργιος Παπαϊωάννου

http://e-nafpaktia.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε Επίσης

Back to top button