Ναυπάκτου Ιερόθεος: «Μαρτυρία διακονίας από την Χώρα του Αχωρήτου» από ένα «ζωντανό αρχείο»

Του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Από την Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος εξεδόθη πρόσφατα δίτομο έργο με συγγραφέα τον γνωστό σε μένα και σε πολλούς Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Φιλαδελφείας Μελίτωνα, Ιεράρχη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με τίτλο «Μαρτυρία διακονίας από την Χώρα του Αχωρήτου» και υπότιτλο «λόγοι και διατυπώσεις». Στην εποχή μας που δυστυχώς από μερικές Ορθόδοξες Εκκλησίες αμφισβητείται η υπονομεύεται ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το παρόν βιβλίο είναι πολύ επίκαιρο, διότι παρουσιάζει με έκδηλο και αφοπλιστικό τρόπο, όχι μόνον την ζωη της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας, αλλά και τον οικουμενικό της ρόλο. Και αυτό γίνεται μέσα από την οπτική ενός Ιεράρχου του Οικουμενικού Πατριαρχείου που συμμετείχε ενεργώς σε όλα τα πανορθόδοξα δρώμενα και είναι ένα «ζωντανό Αρχείο».
1. Τίτλος και περιεχόμενα
Κατ’ αρχάς, ο τίτλος «Μαρτυρία διακονίας από την Χώρα του Αχωρήτου» είναι εκπληκτικός και αναλύει δύο έννοιες που εκφράζουν απόλυτα τόσο τον συγγραφέα όσο και τον τόπο στον οποίο ζή και διακονεί, δηλαδή την Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη, που ακόμη διατηρεί το άρωμα της Βασιλεύουσας των Πόλεων. Η πρώτη έννοια απηχεί την μαρτυρία διακονίας, δηλαδή είναι διακονία μαρτυρίου και είναι μαρτυρία εκκλησιαστικής διακονίας. Δεν είναι εύκολο να ζή κανείς στην Κωνσταντινούπολη και να μη το αισθάνεται αυτό. Η δεύτερη έννοια είναι η «Χώρα του Αχωρήτου». Αχώρητος είναι ο Θεός, ο απρόσιτος, ο αποφατικός, που όμως γίνεται χωρητός στην Υπεραγία Θεοτόκο, αλλά γενικότερα και στην μαρτυρική Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ρώμη είναι ένδοξη και μαρτυρική πόλη, Πρωτεύουσα των Ρωμηών όπου γής, «τών πενήτων του Χριστού», με την μεγάλη και μακραίωνη παράδοση που είναι ζωντανή και καρποφόρα. Μέσα σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο εγράφησαν οι «λόγοι και διατυπώσεις» που περικλείονται σε αυτούς τους δύο ευλογημένους τόμους. Πρόκειται για λόγοι που εκφωνήθηκαν σε διαφόρους τόπους και με διάφορες αφορμές και ευκαιρίες, όπως φαίνεται εύγλωττα στις επικεφαλίδες των οκτώ ενοτήτων, ήτοι:
1. «Σήμερον η ιερά και μεγαλόφωνος των Ορθοδόξων πανήγυρις αγάλλεται» (ομιλίες σε Δεσποτικές εορτές). 2. «Ποίοις οι ευτελείς χείλεσι, μακαρίσωμεν την Θεοτόκον» (ομιλίες στην Υπεραγία Θεοτόκο). 3. «Χορός Αγίων εκκλησιάζει ημίν» (ομιλίες σε Αγίους της Εκκλησίας μας). 4. «Του γενέσθαι ημάς διακόνους της Καινής Σου Διαθήκης» (ομιλίες σε Επισκόπους και γενικά Κληρικούς). 5. «Μυσταγωγία αρρήτου διακονίας οικουμενικής της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας» (ομιλίες και κείμενα για την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, το Οικουμενικό Πατριαρχείο). 6. «Βίου ιστόρησις κατά Θεόν βιωτευσάντων Πατριαρχών και Αρχιερέων» (ομιλίες για μακαριστούς Πατριάρχες και Αρχιερείς). 7. «Κηρόν μνήμης και ευλαβείας τοις εν Κυρίω αναπαυσαμένοις» (ομιλίες σε κεκοιμημένους). 8. «Εκκλησιών η ευπρέπεια και ευστάθεια» (ομιλίες σε εκκλησιαστικά γεγονότα, στην Κωνσταντινούπολη και ανά την οικουμένην, σε επίσημες αποστολές). 9. «Παρακαλείτε αλλήλους εν τοις λόγοις» (ομιλίες ποικίλου περιεχομένου σε διαφόρους τόπους και καιρούς).
Οι ομιλίες και τα κείμενα αυτά είναι πλουτισμός θεολογίας, εκκλησιολογίας και Ορθοδόξου ευσεβείας, που προέρχονται από έναν Μητροπολίτη του Οικουμενικού Θρόνου, που διακρίνεται από έμπνευση ρωμαίϊκη και ευλάβεια εκκλησιαστική. Το όλο δίτομο έργο εκτείνεται σε πολλές σελίδες, ο Α΄ τόμος σελ. 647, ο Β΄ τόμος σελ. 575. Συνολικά σε 1.222.
2. Προλεγόμενα
Το έργο αυτό προλογίζεται από τον Προηγούμενο της Μονής Ιβήρων, μακαριστό Γέροντα Αρχιμ. Βασίλειο Γοντικάκη με τον γνωστό τρόπο της γραφής του. Μέσα σε τρείς σελίδες γίνεται μια εύστοχη παρουσίαση του έργου αυτού. Μεταξύ των άλλων γράφεται στα «Προλεγόμενα» ότι από την ανάγνωση αναδύεται μια γεύση πνεύματος που δεν είναι για την βιβλιοθήκη, αλλά ενδιαφέρει τον αναγνώστη και τον αναπαύει, και είναι «μαρτυρία του ανθρώπου που είναι γέννημα και θρέμμα της Μεγάλης Εκκλησίας, έχει τον χαρακτήρα και το ήθος της», μιάς Εκκλησίας που «σηκώνει τον σταυρό της», «καί απολαμβάνει την ελευθερία της Χάριτος». Ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται ο λόγος στις ομιλίες αυτές είναι «εξομολογητικός», και γι’ αυτό «γίνεται αυτοβιογραφία και συγχρόνως ιστορία της θεολογίας».
Ο συγγραφεύς περιγράφει την Πόλη και την Μεγάλη του Γένους Σχολή, την Χάλκη, τον Πατριαρχικό Οίκο με έναν τρόπο που φαίνεται ότι «τά γνωρίζει όλα και δεν περιαυτολογεί, υποφέρει τα πάνδεινα και δεν παραπονείται», «δέν τα βλέπει εξωτερικά και επιπόλαια, αλλά τα αντιμετωπίζει προσωπικά και υπέυθυνα. Ζή εν Χριστώ ως μέλος της Μεγάλης Εκκλησίας, και δεν εχθρεύεται κανένα κατακτητή ούτε απειλείται από καμμιά βαρβαρότητα». Όταν δεχθή κανείς το μήνυμα αυτού του βιβλίου και στην συνέχεια επισκεφθή την «καρδιά της Πόλεως», τότε «από επισκέπτης γίνεσαι προσκυνητής και από προσκυνητής μόνινος κάτοικος της πατρίδος που νοσταλγούσες και έχει τις διαστάσεις της οικουμένης με την ειρήνη της θείας Λειτουργίας». «Αισθάνεσαι ότι τα κείμενα που έχεις μπροστά σου δεν είναι δουλειά κάποιου που την έκαμε (έστω με πολύ κόπο) στο περιθώριο της ζωής του. Αλλά είναι η ίδια η ζωή με όλους τους πόνους, τα βάσανα και την ανάπαυσι που του χαρίστηκε. Κουράζεται μια ζωή για να σου μεταφέρη την έκπληξι της τελικής νίκης». Οι εύστοχοι αυτοί λόγοι είναι μια αληθινή και ουσιαστική ερμηνεία των κειμένων που ακολουθούν, αλλά και ένα ψυχογράφημα του συντάκτου τους.
3. Βιωματική κατάθεση πεντηκονταετίας
Το πρώτο εισαγωγικό κείμενο είναι του συγγραφέα, του Μητροπολίτου Φιλαδελφείας Μελίτωνος, με τίτλο «Βιωματική κατάθεσις πεντηκονταετίας», και είναι μια νηφάλια και ευαίσθητη αυτοβιογραφία του για τα πενήντα χρόνια μιάς λαμπρής κενωτικής διακονίας του, συνδεδεμένη με την γενέθλια νήσο του (Ίμβρο) και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αρχίζει το κείμενο με την Μητέρα Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία, την οποία υπεραγαπά θυσιαστικά και είναι σπίτι του, η οποία πορεύεται «εν σταυρική δυνάμει Θεού» ως «δούλη του Εσταυρωμένου», και καταλήγει στην έκφραση ευγνωμοσύνης στους ευεργέτες του, με κατάληξη τον πατέρα του Κωνσταντίνο και την μητέρα του Στυλιανή.
Μέσα σε αυτήν την «βιωματική κατάθεσιν πεντηκονταετίας» περνά η αυτοβιογραφία του μέσα από ένα ευωδιαστό θυμίαμα από την παιδική ζωή του στην νήσο Ίμβρο, στο Ζωγράφειο Λύκειο, στην Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, στην Σχολή της Χάλκης, στην Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, την Μονή Βλατάδων, τις χειροτονίες του σε διάκονο, Πρεσβύτερο και αργότερα σε Μητροπολίτη, την επικοινωνία του με μεγάλους και Σοφούς Αρχιερείς του Θρόνου, στην διακονία του στο Πατριαρχείο από όλες τις θέσεις μέχρι του Αρχιγραμματέως, τους Οικουμενικούς Πατριάρχες Δημήτριο και Βαρθολομαίο, τους οποίους επαινεί για τα ιδιαίτερα χαρίσματά τους, τον αδελφό του Μητροπολίτη Πριγκηποννήσων Δημήτριο κ.ά.
Είναι μια περιγραφή της μεγάλης εκκλησιαστικής οικίας στην οποία γεννήθηκε, αναπνέει και ζή. Ιδιαιτέρως θα ήθελα να επισημάνω τα όσα γράφει για την προσέγγισή του στο Άγιον Όρος και για τον πνευματικό του πατέρα, τον Γέροντα Βασίλειον, Ηγούμενον της Ιεράς Μονής Ιβήρων. Βλέπει το Άγιον Όρος ως την υποδομή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ως τροφό της Μητέρας Εκκλησίας. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Μητροπολίτου Φιλαδελφείας Μελίτωνος είναι η υπέρ λίαν διατυπούμενη ευγνωμοσύνη προς τους ευεργέτες του, η θυσιαστική αγάπη για την Μητέρα Εκκλησία, ο πόθος του για την λατρεία της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως της θείας Λειτουργίας, η εσωτερική ευλάβεια στους ταπεινούς Ρωμηούς, η καρδιακή αίσθηση των καθημερινών γεγονότων, η ανάμνηση της «μεγίστης ιεράς μορφής Δημητρίου του πράου, ακεραίου και απλού, του Πατριάρχου της ευγλώττου σιωπής, αλλά και του μέντορός του Χαλκηδόνος Μελίτωνος «τού διδασκάλου του λόγου της σιωπής», και άλλες δυσεύρετες αρετές στην εποχή μας, στην οποία επιπολάζει η αγνωμοσύνη και η σκληροκαρδία η και αναισθησία.
Είναι ο ακοίμητος οφθαλμός για πολλά χρόνια της Μητρός Εκκλησίας και ο ταπεινός διάκονος μιάς μεγάλης ιστορίας που αρχίζει από τους παλαιούς Γέροντας της Πατριαρχείας του Αθηναγόρου, συνεχίσθηκε στον ταπεινό και πράο Πατριάρχη Δημήτριο, τον οποίο διακόνησε ολοκαρδίως, και φθάνει στον δυναμικό και μεγαλόπνοο νύν Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Ο Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Μελίτων, στο δίτομο αυτό έργο, αποτιμά με καρδιακό λόγο την θεολογία και την ιστορία πάνω από μισό αιώνα θυσιαστικής διακονίας, από διάφορες θέσεις, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Έτσι, ο αναγνώστης ωφελείται πολλαπλώς, μελετώντας την θεολογία της Εκκλησίας στην ιστορία και την εκκλησιαστική ιστορία του Οικουμενικού θρόνου μέσα από την οπτική γωνία ενός Μητροπολίτου που γνώρισε πολλά, πόνεσε θυσιαστικά, ευεργέτησε αγαπητικά και όλα αυτά τα αποθησαυρίζει στην μνήμη των επόμενων γενεών.
4. Η δομή του λόγου
Πέραν της «Βιωματικής καταθέσεως πεντηκονταετίας» που είναι το πρώτο κείμενο που παρατίθεται στον Α΄ τόμο, όλα τα κείμενα που παρατίθενται στο δίτομο αυτό έργο είναι στολισμένα με την ευαίσθητη καρδιά του συντάκτου τους, από την οποία εξέρχεται ευώδες μύρο της Ιβριώτιδος ζωής και της Φαναριώτικης βιοτής, αφού συμπλέκονται αρμονικά η ευλάβεια των ταπεινών γονέων του, με την σοφία και το βίωμα της Σταυροαναστάσεως της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, και αυτά τίθενται στο δικό του ολόχρυσο θυμιατό για να θυμιάζη όλον τον κόσμο, εκπροσωπώντας την Μητέρα Εκκλησία παντού, στα ταπεινά κελλιά μέχρι τους συνοδικούς θεσμούς. Από απόψεως δομής των ομιλιών παρατηρεί κανείς τον εύπλαστο ρωμαίικο λόγο με την ευαίσθητη ορθόδοξη καρδιά.
Και το εκπληκτικό είναι ότι όλα αυτά διανθίζονται με χωρία αγιογραφικά, συναξαριακά, λειτουργικά, λατρευτικά. Βλέπει κανείς χωρία από το Θεοτοκάριο, τα Συναξάρια, τις Ακολουθίες της Εκκλησίας, τα απολυτίκια, τα κείμενα των Πατέρων, τα Κοντάκια. Αυτό δείχνει ότι ο συγγραφεύς «κολυμπάει» στην παράδοση της Εκκλησίας, όπως εκφράζεται στην Αγία Γραφή, τις ιερές Ακολουθίες, τα Συναξάρια, την διάταξη και τις ευχές των Μυστηρίων. Μέσα από τις ομιλίες περνά ευαίσθητα και διακριτικά, αλλά και προσευχητικά όλη η παράδοση της Εκκλησίας. Μέσα από τα κείμενα αυτά αναδύεται το αγιορείτικο και ρωμαίικο λιβάνι της Ορθοδόξου ευσεβείας, απηλλαγμένο από εθνοφυλετισμούς, που είναι μία από τις σύγχρονες μεγάλες αιρέσεις στην Ορθόδοξη Εκκλησία που διασπά την ενότητά της.
Αποσπώ τρείς παραγράφους από την «βιωματική κατάθεσιν πεντηκονταετίας» που εκφράζουν «τόν έσω άνθρωπον» του συντάκτου του κειμένου αυτού. Η πρώτη αναφέρεται στην αγάπη του, στην ρωμαίικη βιοτή: «Αι παιδιόθεν καταβολαί εκ των γεννητόρων μου Κωνσταντίνου και Στυλιανής, των χωρικών, αγροτών βιοπαλαιστών, και Ζωής, της εστεφανωμένης με το ήθος και την πίστιν των παλαιών Κωνσταντινουπολιτισσών γυναικών, των εχουσών πάντοτε την έφεσιν προς Χριστόν, διά της οποίας στοργικής εφέσεως αύται και ανέθρεψαν και εγαλούχησαν γενεάς γενεών της Ρωμηοσύνης, υπήρξαν αφετηρία, πορεία και τέρμα διά τον διά της γραφής ταύτης επιχειρούντα μαρτυρίαν άγνωστον τοις πολλοίς και άρρητον εις εμαυτόν.
Ο γράφων παρατίθησιν εν τώ σημείω τούτω την απλοϊκήν, πλήν όμως πλήρη νοημάτων, ευχήν εκάστην πρωΐαν και εσπέραν του κατά σάρκα πατρός μου, η οποία είθε να με συνοδεύη μέχρις εσχάτων: “Την ευχή μου, παιδί μου, να έχης και την ευχή του Χριστού και της Παναγίας που είναι πιό δυνατές, και η Παναγία πάντοτε μαζί σου”, την οποίαν συνεπλήρωνε μέχρι της κοιμήσεώς της η Ζωή Κομματά, όταν μας εσταύρωνε, εμέ μαζί με τον υιόν της, καθ’ ημέραν από το παράθυρο του σπιτιού της».
Η δεύτερη αναφέρεται στον πνευματικό του π. Βασίλειον, Προηγούμενον της Ιεράς Μονής Ιβήρων, που δείχνει την εσωτερικότητά του. «…Καθηγούμενον Ιερομόναχον Βασίλειον Γοντικάκην, Προηγούμενον της εν Αγίω Όρει Ιεράς Μονής των Ιβήρων, ο οποίος, μετά θερμής αγάπης πάντοτε, μ’ ενουθέτησε, με συνεβούλευσε, μοί εδίδαξεν εμπειρικώς, ότι τα πάντα κατευθύνει η Πρόνοια του Θεού και η Κυρία Θεοτόκος, και μεγάλως μού συμπαρεστάθη εις την ακανθώδη πορείαν προς τα σωτηρίας εχόμενα.
Ο Γέροντας Βασίλειος υπήρξε διά την ελαχιστότητά μου ο πνευματικός Πατήρ ο οποίος επεδίωκε και μοί εδίδαξεν εμπειρικώς τον “βίον τον επίπονον και μόχθων γέμοντα πολλών και ιδρώτων”, μετά πάσης στοργής, “πάντα πόθον νικώσης”. Εις το επιτραχήλιον του π. Βασιλείου κατέθεσα επανειλημμένως “τής ψυχής μου τον στόνον”, τα άδηλα και τα κρύφια, ως ετέρω κρυφιομύστη και καρδιογνώστη πνευματικώ πατρί, τώ μόνω μετά Θεόν και τώ Πριγκηποννήσων Δημητρίω κατέχοντι και γνωρίζοντι τα κατ’ εμέ. Η πείρα και διά πράξεων συμβουλή του Γέροντος Βασιλείου υπήρξε δι’ εμέ διαχρονικώς “διδάσκαλος ασφαλείας”». Σπάνια εξομολογητική μαρτυρία Επισκόπου!
Η τρίτη αναφέρεται στον σκοπό για τον οποίο συγκέντρωσε όλον αυτόν το αμητό της πεντηκονταετίας, στο δίτομο αυτό έργο: «Και νύν, ότε έφθασα εις “τά όρια της χρονικής μου υπάρξεως” και εγγίζει το τέρμα της απανδοχεύτου και ματαιόφρονος βιοτής μου επί της γής, “επιθυμία επεθύμησα” ίνα καταλείπω μαρτυρίαν “χαρτίνην” της διελεύσεώς μου εκ του στερεώματος της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Μαρτυρίαν ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης και διά την ευεργεσίαν και διά τα μνημονευθέντα και “κρατήσαντά” με της χειρός “ίνα μη πέσω”». Και αυτή σπάνια μαρτυρία εκκλησιαστικού φρονήματος Μητροπολίτου, συνδυασμένη με την μνήμη του θανάτου και της πέραν του θανάτου ζωής.
5. Συνοπτική αποτίμηση
Γενικά, στο δίτομο αυτό έργο συμπλέκονται αρμονικά η Ρωμηοσύνη με την Οικουμένη, η ρωμαίικη ευλάβεια των ταπεινών με την σοφία των υψηλών, η ποίηση με τον λόγο, η θεία Λειτουργία με την υψηλή διοίκηση, το Θυσιαστήριο με τα Γραφεία, οι όσιοι με τους μάρτυρες, τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας με τα Συναξάρια που είναι η ζωντανή εκκλησιαστική ιστορία, οι συνεχείς μετακινήσεις με τις ευλαβικές αναμνήσεις, η δωρεά με την ευγνωμοσύνη, το Αρχιερατικό αξίωμα με το ασκητικό κελλί, η ευαίσθητη καρδιά με την σοφία του λογικού. Ως Μητροπολίτης Φιλαδελφείας είναι φιλάδελφος σε όλους, τους οποίους εξυπηρέτησε διακονικώς, και ως Μελίτων σκορπά το μέλι της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας σε όσους το έχουν ανάγκη.










