ΆποψηΡοή Ειδήσεων

Λαϊκή Συσπείρωση Δυτικής Ελλάδας για τις Ενεργειακές Κοινότητες: «Απορρίπτουμε τις ‘πράσινες μπίζνες’»

Τους λόγους για τους οποίους συντάσσεται ενάντια στις “Ενεργειακές Κοινότητες” περιγράφει στην τοποθέτηση της στο Περιφερειακό Συμβούλιο η Λαϊκή Συσπείρωση Δυτικής Ελλάδας.

H τοποθέτηση της Λαϊκής Συσπείρωσης στο Περιφερειακό Συμβούλιο Δυτικής Ελλάδας για τις Ενεργειακές Κοινότητες.

Αναλυτικά:

«Καταρχήν είναι υποκριτικό και προκλητικό να λέτε ότι όλο αυτό το εγχείρημα με τις ενεργειακές κοινότητες θα λύσει ζητήματα ενεργειακής φτώχειας με τη στήριξη των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος. Ότι ταυτόχρονα θα προστατευτεί το περιβάλλον.

Ειδικά σε μια περιφέρεια με τεράστια ποσοστά ανεργίας, ημιαπασχόλησης και χιλιάδες εργαζόμενους να περιφέρονται από πρόγραμμα σε πρόγραμμα για να εξασφαλίσουν λίγους μήνες δουλειάς κάθε χρόνο.

Δεν είναι κάτι καινούργιο αυτό που κουβεντιάζουμε σήμερα, ούτε κάτι καινοτόμο όπως το παρουσιάζεται. Οι ενεργειακές κοινότητες, που νομοθετήθηκαν το 2018 από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την ψήφο της ΝΔ και των άλλων αστικών κομμάτων, αποσκοπούν στη διευκόλυνση επενδύσεων στον τομέα των ΑΠΕ, για επιχειρηματίες του Τουρισμού, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ή επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στον αγροτοδιατροφικό τομέα και φυσικά την Τοπική Διοίκηση και των δύο βαθμίδων.

Το γεγονός ότι το νόμο των «Ενεργειακών Κοινοτήτων», τον υποδέχτηκαν «μετά βαΐων και κλάδων» οι επιχειρηματικοί όμιλοι, επιβεβαιώνει ότι είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα τους. Με προκάλυμμα την «αλληλέγγυα οικονομία» και την δυνατότητα τάχα που ανοίγουν τέτοια σχήματα, να στηριχτούν νοικοκυριά κάτω από τα όρια της φτώχειας, επιδιώκεται να ενσωματωθούν οι λαϊκές αντιδράσεις απέναντι στο έγκλημα της ιδιωτικοποίησης της ενέργειας και στο τσάκισμα ευρύτερα του περιβάλλοντος.

Καλλιεργείται σήμερα την αυταπάτη πως μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διαχείριση στο πλαίσιο της «απελευθέρωσης». Κουβέντα δε λέτε για την πραγματικότητα που βιώνουν σήμερα χιλιάδες λαϊκά νοικοκυριά στην περιοχή μας. Για παράδειγμα, είναι ζωντανές οι επιπτώσεις από την επιβολή των λεγόμενων «πράσινων» τελών και των σχετικών κρατικών φόρων που μπήκαν στα νοικοκυριά και έχουν αυξηθεί πάνω από 140% και οδήγησαν στην εκτόξευση των τιμολογίων ηλεκτρισμού, στις ανεμογεννήτριες, που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια στα γύρω βουνά, και στις φωτοβολταϊκές επενδύσεις, που οδήγησαν στη χρεοκοπία χιλιάδων μικροεπενδυτών, με κερδισμένους τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Παρά τις υποκριτικές διακηρύξεις για «αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας», «την πράσινη ανάπτυξη», και άλλα εύηχα λόγια, οι «Ενεργειακές Κοινότητες» αποτελούν νέο πεδίο κερδοφορίας για τους επιχειρηματικούς ομίλους που επενδύουν στον χώρο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, είτε απευθείας, είτε μέσω κάποιων ΜΚΟ, «Συνεταιριστικών σχημάτων» και ΟΤΑ, οι οποίοι θα απολαμβάνουν σκανδαλώδεις παροχές (επιδοτήσεις, μακροχρόνιες φορολογικές ελαφρύνσεις, εγγυημένες από το κράτος τιμές πώλησης του ρεύματος, δάνεια και προνομιακή ένταξη στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του αναπτυξιακού νόμου και προγραμμάτων ΕΣΠΑ κ.ά.)

Η δυνατότητα που δόθηκε στην Τοπική Διοίκηση να προχωρά στη σύσταση Ενεργειακών Κοινοτήτων λειτουργεί ουσιαστικά ως «στάχτη στα μάτια» του κόσμου. Καλλιεργεί αυταπάτες για μια δήθεν πιο κοινωνικοποιημένης μορφής παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, για την ανάπτυξη μιας δήθεν κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας, που θα μπορεί τάχα μου να σταθεί στη «ζούγκλα» της καπιταλιστικής οικονομίας και της ελεύθερης αγοράς. Την ίδια στιγμή, η Ενεργειακή Κοινότητα θα μπορεί να συμπράττει με άλλους φορείς, ακόμη και του ιδιωτικού τομέα για την παραγωγή Ενέργειας, διαθέτοντας προς εκμετάλλευση Δημοτική Περιουσία.

Λένε, ότι θα δίνουν πιο φθηνό ρεύμα στα μέλη των Ενεργειακών Κοινοτήτων ή δωρεάν σε φτωχές οικογένειες αλλά κρύβουν επιμελώς, ότι αυτό θα το πληρώνουν, όπως και τώρα, μέσω του χαρατσιού για τις ΑΠΕ στο λογαριασμό τους, όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, μικροί αγρότες και επαγγελματίες. Δηλαδή οι λιγότερο φτωχοί, θα επιδοτούν τους πιο εξαθλιωμένους, που γεννά το σύστημα και οι πολιτικές των αστικών κομμάτων που το υπηρετούν.

Το παράδειγμα με μικρούς αγρότες και άλλους, που επένδυσαν σε φωτοβολταϊκά, είναι αποκαλυπτικό. Αφού επένδυσαν, είτε από ίδια κεφάλαια, είτε από δανεισμό, τους κούρεψαν παλιότερα το έσοδο που ήταν να εισπράξουν από την πώληση του ρεύματος, καθυστερούν να τους πληρώσουν, τους αύξησαν την φορολογία από το 13% σε 25% για έσοδα από
φωτοβολταϊκά, αλλά και πριν λίγο καιρό η κυβέρνηση, ανακοίνωσε ότι θα τους βάλει ένα ακόμα χαράτσι 6% επί του κύκλου εργασιών.

Αν και φαίνεται ως κάτι… καινοτόμο, η σύσταση Ενεργειακών Κοινοτήτων μεταξύ άλλων και από φορείς της Τοπικής Διοίκησης έχει εφαρμοστεί σε άλλες χώρες χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα και χωρίς βέβαια να συμβάλει στη μείωση της «ενεργειακής φτώχειας» που δήθεν στοχεύει.

Σήμερα οι «ενεργειακές κοινότητες» αξιοποιούνται είτε ως «δούρειος ίππος», στις περιοχές όπου σχεδιάζεται εγκατάσταση αιολικών πάρκων, είτε ως μια «ελάχιστη ελάφρυνση» προς τους κατοίκους στις περιοχές όπου ήδη υπάρχουν μόνο και μόνο για να κάμψουν λαϊκές αντιδράσεις.

Εμείς καλούμε τις εργαζόμενους να αναρωτηθούν: Είναι δυνατόν σε έναν κλάδο τις τις Ενέργειας, όπου δρουν αποκλειστικά μονοπωλιακοί όμιλοι, να ευδοκιμήσουν «συνεταιρισμοί» ιδιωτών ή ακόμη και δήμων; Σε ένα περιβάλλον όπου ο ανταγωνισμός για το μέγιστο κέρδος είναι ο βασικός νόμος, είναι δυνατόν αυτοί οι συνεταιρισμοί να λειτουργήσουν διαφορετικά και να επιβιώσουν; Ειδικά στην ύπαιθρο ο λαός ξέρει καλά πού κατέληξαν οι αγροτικοί συνεταιρισμοί (στη μετατροπή τις σε επιχειρήσεις ή στη χρεοκοπία) παρότι δρούσαν σε έναν πολύ λιγότερο συγκεντρωμένο κλάδο.

Τις είναι ταυτόχρονα υποκρισία και πρόκληση να μιλάτε για την προστασία του περιβάλλοντος.

Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε πως αν πιστέψει κανείς τις διακηρύξεις των κυβερνήσεων και των άλλων κομμάτων, θα κατέληγε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ποτέ στο παρελθόν η προστασία του περιβάλλοντος δεν είχε τόσους πολλούς «φίλους», σε εισαγωγικά. Σήμερα, το πράσινο έχει γίνει το αγαπημένο χρώμα όλων τις και των κομμάτων τις.

Τις, όσα και να ειπωθούν, όσα και να πείτε, δεν μπορούν να συσκοτίσουν πως στην πραγματικότητα η υλοποίηση και των ενεργειακών κοινοτήτων θα έχει πολλαπλό αρνητικό αποτύπωμα και στο περιβάλλον.

Τα παραδείγματα που αποδεικνύουν την περιβαλλοντική καταστροφή που φέρνει η λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη» είναι ατελείωτα:

— Δάση, δασικές εκτάσεις και περιοχές Natura σε ολόκληρη τη χώρα καταστρέφονται, για να κατασκευαστούν γιγαντιαία αιολικά πάρκα, με εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες στον υδροφόρο ορίζοντα, σε πλημμυρικά φαινόμενα τις παρακείμενες περιοχές, στη βιοποικιλότητα που καταστρέφεται από τα χιλιάδες χιλιόμετρα νέων δρόμων.

— Ολόκληρη η Δυτική Ελλάδα, κάθε μεγάλο βουνό, έχει γίνει πεδίο τοποθέτησης δεκάδων ή εκατοντάδων γερμανικών και προσφάτως αμερικανικών ανεμογεννητριών, με αρνητικές
συνέπειες για τις κατοίκους, τις τοπικές οικονομίες, το περιβάλλον και τον πολιτισμό. Έχετε μετατρέψει ολόκληρη την περιοχή σε ένα ατελείωτο εργοτάξιο εγκατάστασης εισαγόμενων ανεμογεννητριών.

Τις προκαλούμε τις, για ακόμη μία φορά να τις απαντήσετε συγκεκριμένα:

— Πώς, αν ο στόχος είναι τις, έχει αναδειχθεί το εισαγόμενο φυσικό αέριο σε στρατηγικό καύσιμο για ηλεκτροπαραγωγή, όταν αυτή οδηγεί σε σπατάλη πάνω απ’ το 50% τις περιεχόμενης σ’ αυτό Ενέργειας;

— Γιατί δεν ιεραρχήθηκαν στη χώρα τις τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα, που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν το ενεργειακό πρόβλημα πολύ φθηνότερα, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν και τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα;

— ισχυρίζεστε ότι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) εξοικονομούν πόρους. Ξεχνάτε, φυσικά, να τις αναφέρετε πως η πραγματική ισχύς των ΑΠΕ είναι το 1/4 τις εγκατεστημένης.

Ότι χρειάζονται δεκάδες χιλιάδες ανεμογεννήτριες για να πιαστούν οι μεγαλεπήβολοι στόχοι των αστικών κομμάτων, επενδύσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, και χιλιάδες χιλιόμετρα νέων δικτύων.

Ταυτόχρονα κανείς δεν ξεχνά – δεν είναι χαζός ο λαός τις – ότι όλοι αυτοί που θέλουν να προχωρήσουν οι τεράστιες επενδύσεις τις ανεμογεννήτριες και στα φωτοβολταϊκά, είναι οι μεγάλοι ένοχοι τελικά για πλήθος περιβαλλοντικών εγκλημάτων.

Τέλος, θέλουμε να θέσουμε το εξής και για το οποίο κουβέντα δε λέτε: Η κοινοτική οδηγία τις ΕΕ 944/2019 σχετικά «με τις κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας» και η οποία αναμένεται να ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία εντός του νέου έτους, διαμορφώνει ένα πιο ισχυρό προστατευτικό πλαίσιο για τις μεγάλους παραγωγούς και προμηθευτές ηλεκτρισμού.

Αξίζει, να αναφέρουμε τις πολλαπλές δυνατότητες που παρέχει αυτή η νέα Οδηγία σε βιομηχανικούς και τις επιχειρηματικούς ομίλους στην παραγωγή και ιδιοκατανάλωση
ηλεκτρικής ενέργειας και τη διάθεσή τις με ευνοϊκούς όρους γι’ τις στα συστήματα ηλεκτρισμού.

Μάλιστα, τις παρέχεται η δυνατότητα συμμετοχής τις λεγόμενες «ενεργειακές κοινότητες », οι οποίες υποτίθεται είχαν ως στόχο την εξασφάλιση «χαμηλών τιμών» ηλεκτρισμού σε νοικοκυριά που είχαν συστήσει «συνεταιρισμούς» για την παραγωγή και αυτοκατανάλωση Ενέργειας που παράγεται μέσω ΑΠΕ.

Έτσι, ενώ επιτρέπεται η συμμετοχή μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων τις ενεργειακές κοινότητες , με περισσή υποκρισία στο άρθρο 44 τις Οδηγίας επισημαίνεται ότι «οι εξουσίες λήψης αποφάσεων εντός μιας ενεργειακής κοινότητας πολιτών θα πρέπει να περιορίζονται στα μέλη ή τις μετόχους που δεν ασκούν μεγάλης κλίμακας εμπορική
δραστηριότητα και για τις οποίους ο ενεργειακός τομέας δεν συνιστά πρωταρχικό τομέα οικονομικής δραστηριότητας».

Στην πραγματικότητα επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά ότι τα σχήματα αυτά, που προσπαθείτε να τα παρουσιάσετε ως σχήματα για μια πιο «δίκαιη πράσινη μετάβαση», πασπαλισμένα με τις γνωστές αυταπάτες περί «πιο συμμετοχικών μορφών τις επενδύσεις και τη διαχείριση», δεν είναι τίποτα περισσότερο από όχημα για την προώθηση τις
«απελευθέρωσης», τη διευκόλυνση επενδύσεων τις ΑΠΕ για επιχειρηματίες του Τουρισμού, επιχειρήσεις του αγροτοδιατροφικού τομέα κ.ά, σε βάρος των λαϊκών αναγκών.

Ο κύριος στόχος, λοιπόν, τις πολιτικής τις δεν είναι στην πραγματικότητα η αντιμετώπιση τις ενεργειακής φτώχιας και τις προστασίας του περιβάλλοντος, αλλά η θωράκιση τις κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου.

Γι’ αυτό, παράλληλα με τη μεγάλη κρατική στήριξη των νέων «πράσινων» επενδύσεων, προωθούνται μέτρα αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης, επέκτασης των «ελαστικών»
εργασιακών σχέσεων, «διευθέτησης» του χρόνου εργασίας.

Η αύξηση των κερδών απαιτεί σήμερα μεγαλύτερο ξεζούμισμα των εργαζομένων.

Δεν είναι σύμπτωση ότι η προώθηση τις τις πολιτικής συμβαδίζει με τις αντεργατικές αλλαγές που προωθούνται για τον εργάσιμο χρόνο και τον μισθό, αλλά και με την κλιμάκωση τις κρατικής καταστολής, ως του εργαλείου «πειθάρχησης» του λαού τις ανάγκες των μονοπωλιακών ομίλων.

Για τις παραπάνω λόγους ως Λαϊκή Συσπείρωση διαφωνούμε πολιτικά και απορρίπτουμε τις «πράσινες μπίζνες».

Τασσόμαστε ενάντια τις “Ενεργειακές Κοινότητες”, γιατί αυτές αποτελούν τον φερετζέ των μεγάλων ομίλων ενέργειας και εξαπάτησης των λαϊκών στρωμάτων, ενσωμάτωσης των
λαϊκών αντιδράσεων.

Με μαθηματική ακρίβεια, η απελευθέρωση τις ενέργειας -και μέσω των «Ενεργειακών Κοινοτήτων»- όχι μόνο δεν εξασφαλίζει «ρεύμα στους φτωχούς» άλλα αντίθετα οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη ενεργειακή φτώχεια την πλειοψηφία του λαού με την αύξηση τις τιμής ενέργειας.

Θεωρούμε ότι η παραγωγή Ενέργειας θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά από κρατικό φορέα και η διάθεσή τις να φτάνει ως δημόσιο αγαθό και στο τελευταίο λαϊκό νοικοκυριό καλύπτοντας τις σύγχρονες ενεργειακές ανάγκες του λαού με βάση τα συμφέροντά του και όχι τα κέρδη των ιδιωτών.»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε Επίσης

Back to top button