West Side StoriesΡοή Ειδήσεων

Η άλωση του Βραχωρίου, σαν σήμερα, 11 Ιουνίου του 1821

Κείμενο: Λευτέρης Τηλιγάδας*

Το πρώτο, μεγάλο και σπουδαιότερο επαναστατικό γεγονός, το οποίο πραγματοποιήθηκε στην περιοχή της Δυτικής Ελλάδας, σημαντικής γεωστρατηγικής και «ηθικής», όπως σημειώνει ο Παπατρέχας[1], σημασίας για τη διασφάλιση της εξέγερσης στην Πελοπόννησο (και όχι μόνο), ήταν αδιαμφισβήτητα η πολιορκία και η άλωση του Βραχωριού.

Όπως γράψαμε και σε προηγούμενα τεύχη, το Βραχώρι για τη Δυτική Ελλάδα ήταν ένα οθωμανικό κέντρο ανάλογο και αντίστοιχο της σπουδαιότητας της Τριπολιτσάς για το Μοριά. Όπως αναφέρει ο Κώστας Α. Πετρονικολιός[2], η απόφαση για την πολιορκία του Βραχωριού λήφθηκε σε συνάντηση των μυημένων της ευρύτερης περιοχής στο σπίτι του Γιόβα Βλαχιώτη.[3] Ο χρόνος αυτής της συνάντησης μας είναι άγνωστος, εκείνο όμως που γνωρίζουμε είναι ότι σε αυτή καθορίστηκε το σχέδιο της επίθεσης, καθώς και οι δυνάμεις που θα έπαιρναν μέρος στην πολιορκία.

Σύμφωνα με το Σπυρίδωνα Τρικούπη[4] η μέρα που ορίστηκε για την έναρξη της επίθεσης ήταν η 28η Μαΐου 1821. Ήδη από τις δύο προηγούμενες μέρες (26 και 27 Μαΐου) οι οπλαρχηγοί της περιοχής πήραν τις θέσεις τους στις προσυμφωνημένες τοποθεσίες. Ο Δημήτρης Μακρής, ο Θανάσης Ραζηκότσικας[5] και ο Κώστας Γκολφίνος με 700 Μακρύνειους, Μεσολογγίτες, και Αιτωλικιώτες αντίστοιχα «έπιασαν» τα γεφύρια του Αλάμπεη. Ο Σιαδήμας με 500 Θέρμιους και Τριχώνιους, μαζί με 200 ακόμα Ακαρνάνες και με καπετάνιο τον Θοδωράκη Γρίβα «στάθηκαν» στη Ντουγρί, ενώ ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος και ο Γιώργος Τσόγκας με 500 Βλοχαΐτες και Ακαρνάνες στρατοπέδευσαν στον Παλιόπυργο ή Παλιόκαστρο, ο οποίος βρίσκεται στο ύψωμα της σημερινής Αγίας-Βλαχέρνας. Μαζί τους «στάθηκε» και ο οπλαρχηγός της Βελάουστας, Γιαννάκης Στάικος, ενώ από τα βορειοδυτικά της πόλης έφθασε, ο Ανδρέας Ίσκος.

Ο Γιωργάκης Νικολού Βαρνακιώτης προχώρησε στην κατάληψη του στενού περάσματος του Μακρυνόρους, με στόχο, να ανακόψει την υποστήριξη που μπορούσαν να δώσουν στους πολιορκημένους τα σουλτανικά στρατεύματα που στρατοπέδευαν στην Ήπειρο και κυρίως στην Άρτα.

Οι Οθωμανοί του Βραχωριού

Το Βραχώρι, την παραμονή της Επανάστασης κατοικούνταν από μεγάλο αριθμό οθωμανικών οικογενειών, οι οποίες διέθεταν ισχυρές μισθοφορικές και τακτικές φρουρές. «Η φρουριακή μορφή της πόλης» αναφέρει η Ελένη Γιαννακοπούλου[6] με τις στέρεες οχυρώσεις και την ενισχυμένη φρουρά (5000 άνδρες) παρείχε ασφαλές καταφύγιο και στους γειτονικούς τουρκικούς πληθυσμούς -από το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι ακόμα και την Πάτρα- που κατέφευγαν εκεί από τις αρχές της Επανάστασης για μεγαλύτερη ασφάλεια».[7]

Εκείνα τα χρόνια πολιτικός διοικητής της περιοχής ήταν ο Αλάμπεης, γνωστός για τα γεφύρια του, και στρατιωτικός διοικητής ο Αλβανός στην καταγωγή, Νούρκας Σερβάνης, ο οποίος είχε κάτω από την καθοδήγησή του ένα αρκετά αξιόμαχο αλβανικό σώμα.

«Ευρίσκετο κατ’ εκείνον τον καιρόν εν τη πόλει ταύτη», γράφει ο Σπυρίδων Τρικούπης[8], «ως μουσελίμης και δερβέναγας των Επαρχιών του Καρλελίου, ο γνωστός Αλβανός Νούρκας Σερβάνης, έχων υπό την οδηγίαν του πολλήν και εκλεκτήν φρουράν εξ Αλβανών· κατά πρόσκλησιν δε αυτού αφίχθη εκεί και ο ομογενής του Ταχήρ-Παπούλιας δερβέναγας και αυτός των Κραββάρων και του Απόκουρου, ώστε ήσαν εν τη πόλει εντόπιοι και μη χίλιοι Τούρκοι μάχιμοι…».

Ο Σερβάνης αντιλήφθηκε γρήγορα και έγκαιρα τον επερχόμενο κίνδυνο και προσπάθησε να δρομολογήσει έτσι τις εξελίξεις, ώστε να διατηρεί τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης. Αρχικά προσπάθησε να παγιδεύσει τον Βλαχόπουλο με μια επιστολή, που του απηύθυνε στις 23 Μαΐου 1821, μέσω της οποίας τον καλούσε να πάει στο Βραχώρι, «διότι εσεκλετίστηκα κι εγώ», όπως του έγραφε, «και με πήρε ο πόνος σου κι αν έχεις άδεια έλα»[9].

Η πολιορκία

Το πρώτο σώμα που ξεκίνησε να πλησιάζει προς την πόλη ήταν του Δημήτρη Μακρή και γύρω στις 4:00 τα ξημερώματα πέρασε τα γεφύρια του Αλάμπεη και μέχρι να φτάσει ως την Ερμίτσα έφτασε να αριθμεί περίπου τρεις χιλιάδες (3.000) ενόπλους, από το γεγονός ότι κατά τη διαδρομή πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι έμπαιναν ένοπλοι στον αγώνα.

Σκοπός του Μακρή ήταν να «πιάσει στον ύπνο» τους Οθωμανούς του Βραχωριού και να καταλάβει τις ενδεδειγμένες θέσεις, μέχρις ότου έρθουν και οι άλλοι οπλαρχηγοί για να αναλάβουν όλοι μαζί τη δράση.

Την ώρα όμως, που ο Μακρής βρισκόταν ένα τέταρτο έξω από το Αγρίνιο, όπως αναφέρει ο Θεόδωρος Χαβέλας[10], εκπυρσοκρότησε το όπλο ενός από τους άντρες. Το γεγονός αυτό οι υπόλοιποι επιδρομείς το πήραν ως σύνθημα έναρξης της επίθεσης και άρχισαν ένα συνεχές τουφεκίδι το οποίο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Χαβέλας, τους μετέτρεψε από πολεμικό σώμα σε «πομπήν πανηγυρικήν».[11]

Οι Οθωμανοί βλέποντας και ακούγοντας τους συνεχείς πυροβολισμούς έτρεξαν και κατέλαβαν τις θέσεις στην ανατολικομεσημβρινή όχθη του κεντρικού ρέματος της πόλης[12], στις οποίες αμύνθηκαν σθεναρά αλλά δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν την ορμή των πολιορκητών. Δύο από τους προμαχώνες υπήρξε και το χαμάμ μαζί με το κεντρικό τζαμί, τα οποία βρίσκονταν στο σημείο που είναι σήμερα ο μητροπολιτικός ναός της πόλης (Ζωοδόχος Πηγή – Παναγία), τους οποίους όμως δεν μπόρεσαν να υπερασπιστούν αποτελεσματικά και αναγκάστηκαν να τους εγκαταλείψουν για να οπισθοχωρήσουν στα ενδότερα της πόλης. Έτρεξαν λοιπόν και οχυρώθηκαν, άλλοι σε μια εκτεταμένη περιοχή που αποκαλούνταν «της κυρά Χαντσέκως», άλλοι στους οχυρωμένους πύργους του Αλάμπεη, του Μαχμούτ και του Μεχμέτ μπέη, ενώ ο Νούρκας Σερβάνης με τους Αλβανούς που είχε κάτω από τις διαταγές του, οχυρώθηκε στα σεράγια του, τα οποία, όπως και το σύνολο των οθωμανικών αρχοντικών, διέθεταν δύο και τρεις ισχυρούς και ψηλούς μαντρότοιχους.

Την καταδρομή αυτή των εξεγερμένων της Δυτικής Ρούμελης, ο Σπύρος Τρικούπης, την περιγράφει ως εξής: «[…] Ήτο Ραμαζάνι και οι Τούρκοι ήσαν όλοι έξυπνοι και έτρωγαν· ώστε αφού ηκούσθησαν αι κραυγαί και οι τουφεκισμοί οι κατοικούντες τα άκρα της πόλεως Τούρκοι ήρπασαν τας γυναίκας και τα τέκνα των και υπεχώρησαν εις τα ενδότερα αφήσαντες εστρωμένας και αυτάς τας τραπέζας· οι δε Έλληνες ηύρον κενάς τας πρώτας οικίας, τας ελαφυραγώγησαν και τας έκαυσαν· […]».[13]

Μία ώρα μετά την ανατολή του ήλιου ακούστηκαν από μακριά ομοβροντίες και πυροβολισμοί, οι οποίοι προέρχονταν από τα ένοπλα σώματα του Σιαδήμα και του Γρίβα που κατέφθαναν στο πεδίο των συγκρούσεων.

Κοντά στο μεσημέρι υπήρξε μια συνεννόηση ανάμεσα στους πολιορκημένους και πολιορκητές με έναν Οθωμανό αξιωματικό, ο οποίος μετέφερε στους οπλαρχηγούς που συμμετείχαν στην πολιορκία την προτροπή των δερβεναγάδων να απομακρυνθούν και να ησυχάσουν. Από τη μεριά τους οι πολιορκητές απάντησαν ότι στόχος τους είναι να διώξουν τους Οθωμανούς από την πόλη και την περιοχή και για το λόγο αυτό και επειδή διατηρούσαν παλιές σχέσεις με το Νούρκα Σερβάνη, είναι πρόθυμοι να του δώσουν μια συνοδεία μέχρι το Μακρυνόρος για την ασφάλειά του, με τον όρο ότι ο ίδιος πρέπει να είναι πρόθυμος να αποχωρήσει μαζί με τους δικούς του από το Βραχώρι.

Η πρόταση απορρίφθηκε και η μάχη που ακολούθησε ανάγκασε το Σερβάνη και όσους μπέηδες βρίσκονταν στο διοικητήριο να οχυρωθούν σε άλλα γειτονικά σπίτια τα οποία διέθεταν ισχυρότερες περιτοιχίσεις. Τα επαναστατημένα στρατεύματα κατέλαβαν το κτίριο και αφού το λαφυραγώγησαν το έκαψαν. Με αυτό τον τρόπο ο πόλεμος διακλαδώθηκε σε πολλά σημεία της πόλης «και παντού διεσπάρη ο φόνος και η φυγή των Τούρκων. Οι δε θρήνοι και αι απώλειαι των γυναικοπαίδων εκ των χαρεμίων εκορυφούντο…».[14]

Στις 3 Ιουνίου και αφού είχε προηγηθεί η άφιξη του Γιώτη Βαρνακιώτη (30 Μαΐου) στο στρατόπεδο των πολιορκητών, έφτασε και ο Γιωργάκης Νικολού Βαρνακιώτης, ο οποίος είχε οριστεί ως επικεφαλής της επιχείρησης, με αρκετούς Ξηρομερίτες. Έτσι η δύναμη των εξεγερμένων έφτασε περίπου τις 4.000.[15]

Εκείνες τις μέρες με κατεύθυνση προς την Πάτρα έπλεε ένα Βρετανικό εμπορικό πλοίο παράλληλα στις ακτές της Ακαρνανίας, το οποίο μετέφερε «υπό την ασφαλή σκέπην της ουδετέρας του σημαίας πολεμοφόδια προς πώλησιν». Από καθαρή τύχη ο κυβερνήτης του πλοίου, Χένδερσον[16], έμαθε λίγο έξω από το λιμάνι του Μεσολογγίου, τα όσα συνέβαιναν στο Βραχώρι και την ανάγκη των πολιορκητών για πολεμοφόδια. Η πληροφορία αυτή τον έκανε να ρίξει άγκυρα και να αποβιβάσει όλο το φορτίο της πυρίτιδας και το μολυβιού που διέθετε, καθώς επίσης και ένα ελαφρύ κανόνι. Όλο αυτό το πολεμικό υλικό το μετέφερε στο Βραχώρι και το πούλησε στους Αιτωλοακαρνάνες οπλαρχηγούς, οι οποίοι τοποθέτησαν το κανόνι στον περίβολο της Αγίας Τριάδας και από κει «διά χαλίκων εν είδει μυδροβόλου γεμίζοντες κατεσυνέτριβον τας υέλους των οικιών και επροξένουν μεγίστην φθοράν και τρόμον».[17]

Ο Ιωάννης Φιλήμονας για το γεγονός αυτό της αγοράς του πολεμικού υλικού καταγράφει ένα διαφορετικό αφήγημα, έντονα πιο ρομαντικό, αφού, όπως υποστηρίζει, ο Χένδερσον (Χούνδρεσων, κατά Φιλήμονα) χάρισε στους Αιτωλοακαρνάνες πολιορκητές το παραπάνω πολεμικό υλικό λέγοντας: «Ιδού, ήλθον και εγώ, ίνα συμπολεμήσω μεθ’ υμών· προσφέρω δε υπέρ του στρατού της ελευθερίας την πυρίτιδα, τον μόλυβδον και το τηλεβόλον τούτο».[18]

Η οχυρωματική αντοχή των σπιτιών της πόλης δυσκόλευε κατά πολύ την κατάληψή της. Το γεγονός αυτό έδινε το πλεονέκτημα στο Σερβάνη να επιδιώκει την παράταση της πολιορκίας με συνεχείς και άκαρπες διαπραγματεύσεις, ελπίζοντας σε στρατιωτική βοήθεια από την Ήπειρο και το στρατόπεδο του Χουρσίτ.

Οι μέρες όμως περνούσαν και βοήθεια δεν ερχόταν. Όταν μάλιστα άρχισαν να τελειώνουν τα τρόφιμα και πληροφορήθηκαν ότι οι επαναστάτες είχαν «πιάσει» τα στενά περάσματα του Μακρυνόρους, απογοητεύτηκαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να διαπραγματευτούν την παράδοσή τους. Στο σημείο αυτό, ο Σερβάνης αντί να διαπραγματευτεί για τη σωτηρία ολόκληρης της οθωμανικής κοινότητας του Βραχωριού, επικαλούμενος την παλιά του σχέση και γνωριμία με το Γιωργάκη Βαρνακιώτη αποφασίζει να διαπραγματευτεί, μόνο για τον εαυτό του και τους ομοεθνείς Αλβανούς μισθοφόρους, που ήταν κάτω από τις εντολές του. Σύμφωνα με όσα συμφωνήθηκαν, στις 5 Ιουνίου του 1821, ο Νούρκας Σερβάνης και οι δικοί του θα έβγαιναν την επόμενη μέρα από τις οχυρώσεις τους «αβλαβείς και ένοπλοι υπό την συνοδίαν και εγγύησιν των Ελλήνων, φέροντες και τα πράγματά των, οι δε λοιποί Τούρκοι να συνθηκολογήσωσιν ιδίως μετά των Ελλήνων αν ήθελαν· τοις παρέδωκεν δε ως όμηρον και τον υιόν του».[19]

Όπως γράψαμε και παραπάνω, ο Σερβάνης ήταν επαγγελματίας πολεμιστής και ως μισθοφόρος, με πολλά χρόνια θητεία, είχε ένα διαφορετικό αξιακό κώδικα. Ο Σερβάνης ήξερε πολύ καλά, ότι και γι’ αυτόν και για τους άλλους μισθοφόρους ομοεθνείς του δεν θα υπήρχε κανένα έλεος. Ίσως μάλιστα να πίστευε, όπως γράφει και ο Παπατρέχας, ότι επειδή «ήταν Αρβανίτης και παλιός Αληπασαλής και δεν αποκλείεται να πείστηκε για μελλοντική σύμπραξη με τους Έλληνες, σύμπραξη που πραγματοποιήθηκε άλλωστε, έστω και για λίγο με άλλους συμπατριώτες του».[20]

Μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και με κλεισμένη τη συμφωνία ο Σερβάνης επέστρεψε στους προμαχώνες του, αναγγέλλοντας στους αγάδες και μπέηδες του Βραχωριού, ότι ο ίδιος έκλεισε συμφωνία με τους πολιορκητές για τον εαυτό του και τους άλλους Αρβανίτες που είχε κάτω από τις διαταγές του. Το γεγονός αυτό έπεσε σαν «κεραυνός εν αιθρία» στη δύσκολη πραγματικότητα που αντιμετώπιζαν οι πολιορκημένοι. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ζήτησε από όλους να του παραδώσουν όλα τα πολύτιμα πράγματα και τα χρήματα που διέθεταν, λέγοντάς τους κυνικά «ότι αρεστότερον τοις ήτο να τα επάρη αυτός ο φίλος των σήμερον ή να τα επάρωσιν οι εχθροί των αύριον».[21]

Οι μπέηδες και οι Εβραίοι όταν άκουσαν αυτά τα λόγια, απελπίστηκαν γιατί έβλεπαν ότι ο «υπερασπιστής» τους ήταν αποφασισμένος να τους λαφυραγωγήσει ο ίδιος και μάλιστα ξεδιάντροπα με αποτέλεσμα να πέσουν ολόγυμνοι στα χέρια των εχθρών τους την επομένη ημέρα. Αναγκάστηκαν λοιπόν να δώσουν πολλούς από τους θησαυρούς τους στο Σερβάνη, αλλά ταυτόχρονα ειδοποίησαν κρυφά του οπλαρχηγούς των πολιορκητών τους ότι ο Σερβάνης τους πήρε όλα εκείνα τα οποία είχαν σκοπό να τους δώσουν οι ίδιοι για να σωθούν. Οι οπλαρχηγοί μετά από αυτό ειδοποίησαν το Σερβάνη και διαλάλησαν με ντελάλη σε όλο το Βραχώρι, ότι όποιος Αρβανίτης, μικρός ή μεγάλος, συλληφθεί να κουβαλάει πολύτιμα πράγματα των Οθωμανών ή των Εβραίων του Βραχωριού, θα εκτελείται αμέσως ως παραβάτης της συμφωνίας. Ο Νούρκας απάντησε ότι αυτός ήταν έτοιμος να δώσει πρώτος, όσα άρπαξε, δίνοντας το δικαίωμα στους πολιορκητές να ψάξουν και αυτόν και τους άλλους Αρβανίτες που θα εγκατέλειπαν το Βραχώρι μαζί του. Τα μεσάνυχτα όμως της 7ης Ιουνίου έφυγε κρυφά από το Βραχώρι με όλη τη συνοδεία του, παίρνοντας μαζί του και όσα άρπαξε. Οι μπέηδες ειδοποίησαν τους οπλαρχηγούς για τη φυγή του και αυτοί με τη σειρά τους διέταξαν τον Κώστα Βλαχόπουλο να τον καταδιώξει.

Η κατεύθυνση της φυγής του Σερβάνη ήταν προς την Ευρυτανία με απώτερο στόχο να φτάσει στο Πατρατζίκι (σημερινή Υπάτη), αλλά στην πορεία του αυτή οι Γιολδασαίοι, οι οποίοι ειδοποιήθηκαν από τους Βλαχοπουλαίους του έστησαν καρτέρι στα περάσματα και αποδεκάτισαν το στρατιωτικό του σώμα, αρπάζοντας όλα εκείνα που κουβαλούσε και αυτός και οι υπόλοιποι Αρβανίτες. Τον ίδιο μάλιστα κατάφεραν και τον συνέλαβαν ζωντανό, για να τον ανταλλάξουν αργότερα με δικούς τους αιχμαλώτους.

Στο μεταξύ οι Οθωμανοί του Βραχωριού και ο δερβέναγας Ταχήρ Παπούλιας, που είχε απομείνει ως ο μοναδικός υπερασπιστής της πόλης στις 10 Ιουνίου του 1821 ήρθαν σε συμφωνία με τους πολιορκητές τους και ως την άλλη μέρα (11 Ιουνίου) βγήκαν από τα οχυρωμένα σπίτια τους και παρέδωσαν τα όπλα τους. «Τότε», γράφει ο Σπύρος Τρικούπης, «οι πλείστοι των εκεί Εβραίων ελαφυραγωγήθησαν και εφονεύθησαν».[22]

Στην αναθηματική στήλη που είναι αφιερωμένη στην 11 Ιουνίου 1821 και βρίσκεται τοποθετημένη, στην Πλατεία Μπέλλου, απέναντι από τα ιατρεία του Ι.Κ.Α., αναφέρει ο Λευτέρης Τηλιγάδας στη σχετική ανάρτηση του άρθρου στην ομάδα «Αρχείο Αγρινίου», διαβάζουμε:

«Μνήμη σεπτή αγωνιστών νικηφόρων μαχών Απελευθέρωση Αγρινίου (Βραχωρίου) 11ης Ιουνίου 1821». Το δημόσιο αυτό αφήγημα της ιστορίας όμως, δεν αναδεικνύει τα ιστορικά γεγονότα της εποχής αλλά τα αποκρύπτει. Το Αγρίνιο δεν απελευθερώθηκε στις 11 Ιουνίου 1821, γιατί απλούστατα εκείνη τη χρονολογία δεν υπήρχε. Το 1821 στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το Αγρίνιο, υπήρχε μόνο το Βραχώρι, μια ισχυρή οθωμανική πόλη, ανάλογη της Τριπολιτσάς στην Πελοπόννησο…

Οι σφαγές

Η κατασκευή της εθνικής ιστορίας τα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους επιχείρησε να αποκρύψει τη βάρβαρη όψη της επέλασης των εξεγερμένων κατοίκων του Κάρλελι, κατά του οθωμανικού και εβραϊκού στοιχείου· δεν μπόρεσε όμως, ούτε να εξαλείψει τη βιαιότητα των βανδαλισμών, ούτε τις σφαγές που ακολούθησαν την άλωση της πόλης. Αν και οι περιγραφές δεν είναι επαρκείς για να περιγράψουν επακριβώς τα γεγονότα καταφέρνουν ωστόσο να ιχνογραφήσουν τον αφανισμό που υπέστησαν οι φτωχοί Οθωμανοί, οι οποίοι δεν είχαν χρήματα για να γλυτώσουν από το «μαχαίρι» των νικητών, καθώς και οι Εβραίοι, οι οποίοι πλήρωσαν το θρησκευτικό φανατισμό των ντόπιων χριστιανών απέναντί τους με την ίδια τους τη ζωή και την περιουσία.

«Αμέσως μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών», γράφει ο Παπατρέχας, «όλα δείχνουν ότι επικράτησε χάος και ασυδοσία προς βλάβη όχι μόνο των Τούρκων αλλά και του Αγώνα. Συσσωρευμένο μίσος αιώνων, απωθημένα πάθη, προσωπικοί λογαριασμοί, τέτοιες ώρες περιμένουν να ξεσπάσουν και κανείς δεν μπορεί να ελέγξει τον όχλο και πολύ περισσότερο ενόπλους. […]. Εξάλλου το παράδειγμα δόθηκε από τους καπετάνιους που πολλοί απ’ αυτούς δεν έκρυβαν την απληστία τους. […]. Η παράδοση, διασώζει ότι ο καπετάν Αλεξάκης Βλαχόπουλος έδωσε διαταγή στα παλικάρια του, “το βράδυ να είστε όλοι έτοιμοι στο γιαταγάνι”, δηλαδή να μην έχουν μαζί τους τουφέκια και πιστόλες. Έτσι έγινε, βγήκαν όλοι στο γιαταγάνι κι από σπίτι σε σπίτι έσφαξαν όλους τους Οβραίους και μόνο ένας γλύτωσε, που διαμέσου Προυσού έφτασε στη Λαμία. Από τότε δεν ξανάμεινε Οβραίος στο Βραχώρι».[23]

Πέρα όμως από τη γνώση, τις εκτιμήσεις και τις παραδοχές του σημαντικού Ξηρομερίτη λαογράφου και τοπικού ιστορικού Γεράσιμου Παπατρέχα, οι καταγεγραμμένες ιστορικές αναφορές είναι δηλωτικές της βαρβαρότητας που ακολούθησε την παράδοση της Βραχωρίτικης κοινότητας.

«Τότε δε ο συρφετός των Αγρινίων», αναφέρει ο Χαβέλας, «επιπεσών κατά των Εβραίων, διεπέρασεν άνδρας, γυναίκας και παιδιά εν στόματι μαχαίρας εκδικούμενος τον θάνατον ιερέως τινός εν Αγρινίω, Παπαλεξίου Δηματά, ον παρά των Τούρκων παραλαβόντες πρότερον οι Εβραίοι, ετύφλωσαν δι’ ακανθών και κατεβασάνισαν μέχρι θανάτου. Εκ δε των αιχμαλώτων τούς μεν πτωχούς εφόνευσαν εις κατωφέρειαν τινά κάτωθεν της πατρικής μου οικίας[24], τας δε επισήμους οικογενείας, οίαι του Αλήμπεη, Μαχμούτ Βέη, Πασίνας και άλλαι παρέλαβεν ο Βαρνακιώτης και διαφύλαξεν μεν αβλαβείς μέχρις ου κατευνασθείς ο αναβρασμός και το εκδικητικόν πνεύμα των Αιτωλών, εύρε καιρόν να αποστείλει εις Πρέβεζαν, αλλ΄ εις τοιούτον βαθμόν πενίας κατέστησαν οι πολυτάλαντοι προύχοντες του Αγρινίου, ώστε ο μέγας και πολύς Αλάμπεης, ος ήνοιγε τους σιτοβολώνας απληρωτοί εις τους έχοντας ανάγκην σιτηρών, ήδη ενδεδυμένος μάλλινον επενδύτην (κάππαν) και συνεσταλμένος δίκην επαίτου εζήτει ολίγον άρτον».[25]

Στο παραπάνω απόσπασμα ο Χαβέλας αναφέρει ως αιτία της οργής των χριστιανών κατά των Εβραίων την εκδίκηση για το θάνατο «ιερέως τινός εν Αγρινίω, Παπαλεξίου Δηματά…», ο Τρικούπης όμως, θέλει η εκδίκηση αυτή να έχει τη ρίζα της στο διασυρμό από τους Εβραίους, όπως υποστηρίζει, του πτώματος του απαγχονισμένου Πατριάρχη Γρηγορίου του 5ου· γράφει: «οι δε Εβραίοι υπέφεραν τα πάνδεινα και οι πλείστοι εφονεύθησαν ανηλεώς επί προφάσει, ότι οι ομόπιστοί των έσυραν εις τας οδούς της Κωνσταντινουπόλεως το σώμα του Πατριάρχου και κατεμήνυαν τους κρυπτομένους χριστιανούς».[26]

Την ίδια αιτιολογία της σφαγής, επιχειρεί να τεκμηριώσει και ο Διονύσιος Κόκκινος, ο οποίος αναφέρει: «Αλλ΄η αγριότης η εξαπτόμενη εκ του πολέμου εξέσπασε κατά των Εβραίων του Βραχωρίου. Ανυπεράσπιστοι ευρέθησαν υπό την μάχαιραν των νικητών. Τα σπίτια των διηρπάγησαν και οι περισσότεροι εσφάγησαν. Οι Έλληνες στρατιώτες κατά την άγριαν αυτήν καταδίωξιν των αόπλων θυμάτων των εφώναζον διά τους βανδαλισμούς που υπέστη ο νεκρός του Πατριάρχου Γρηγορίου από τον εβραϊκόν όχλον της Κωνσταντινουπόλεως και διά τας καταμηνύσεις των κρυπτομένων εκεί Ελλήνων υπό Εβραίων. Εκδίκησις εναντίον αθώων, αλλ’ ανηκόντων εις φυλήν που είχεν ανωμάλους λογαριασμούς κατά τον ελληνικόν αγώνα».[27] Κατά την εκτίμησή μας τίποτα από αυτά δεν προσεγγίζουν την αλήθεια, αποτελούν, μάλλον, «προφάσεις εν αμαρτίαις»· το μοναδικό ζητούμενο σε όλον αυτόν τον όλεθρο ήταν η αρπαγή του Βραχωρίτικου οθωμανικού και εβραϊκού πλούτου, καθώς και το αχαλίνωτο της οργής, όχι μόνο από τον «άτακτο όχλο», αλλά ακόμα και από αυτούς τους καπεταναίους που πήραν μέρος στην πολιορκία του Βραχωριού.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, σίγουρα όχι το μοναδικό, είναι αυτό του οπλαρχηγού του Απόκουρου, Κώστα Σιαδήμα, ο οποίος όπως αναφέρεται μετέφερε τα λάφυρα που πήρε με δεκαοκτώ μουλάρια στο υποστατικό του Ψώριαρη, που και τον έκρυψε, «ανοίγοντας» σε πολλούς την όρεξη για εύκολο πλουτισμό ακόμα και μέχρι τις μέρες μας.[28]

Οι όμηροι

Τα μέλη των οικογενειών του Αλάμπεη, του Ταχήρ-Παπούλια, του Μαχμούτ Μπέη, καθώς και τη Ντζέκω Πασονύφη (νύφη του Μεχμέτ Αγά Πασόπουλου), τους πήρε αιχμαλώτους ο Αλ. Βλαχόπουλος και τους αντάλλαξε με τα μέλη της οικογένειάς του που κρατούνταν αιχμάλωτοι στην Πρέβεζα. Οι αγάδες Χαλίλ Μπέης και Βεΐζ εφέντης μαζί με τις οικογένειές τους και λίγες φαμίλιες αγάδων και μπέηδων οδηγήθηκαν στο σπίτι του Γιαννάκη Στάικου στο Πυργί. Ο Γ. Βαρνακιώτης μετέφερε με ασφάλεια 300 Τούρκους αιχμαλώτους με τις οικογένειές τους στον Αστακό και από κει στην Πρέβεζα.

Τους περισσότερους αιχμαλώτους, γύρω στις δύο χιλιάδες περίπου (2.000), τους πήρε ο Μακρής, για να τους οδηγήσει με ασφάλεια στο Ζυγό. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Ιωάννης Διονυσάτος (Αγρίνιο 2006), «η μοίρα γι’ αυτές τις ψυχές είχε γράψει απρόβλεπτο και σκληρό τέλος. Εκτιμάται βάσιμα πως σκοτωθήκαν “διά λιθοβολισμού” από τον όχλο της περιοχής, καθώς οι δυνάμεις του “πετρίτη του Ζυγού” δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να τους προστατέψουν». Και συνεχίζει: «Οι υπόλοιποι Τούρκοι που γλύτωσαν την σφαγή των αντρών του Βλαχόπουλου και παρέμειναν στην πόλη, σύμφωνα με την συνθήκη παράδοσης, μοιράστηκαν στα κτήματα των χωριών της γύρω περιοχής όπου πρόσφεραν την εργασία τους. Κάποιοι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν σε περιοχή που γειτνίαζε με τον ναό του Αη Δημήτρη, εκεί όπου σήμερα απλώνονται τα “Αη Βασιλιώτικα”. Τον Σεπτέμβρη του 1822 βρίσκονται ακόμη εκεί με άγνωστη την παραπέρα τύχη τους. Πολλές χανούμισσες πλούσιων τουρκικών οικογενειών βρέθηκαν να υπηρετούν Έλληνες ή κρατούνταν ως ερωμένες τους».[29]

——————————————————————————————–
1. Γεράσιμος Παπατρέχας, Ιστορία του Αγρινίου, Έκδοση Δήμου Αγρινίου, 1991, σελ. 229. | 2. Κ. Πετρονικολού, Αιτωλοακαρνάνες αγωνιστές του 21, Αθήνα, 1982. | 3. Πάπυρος Larousse Britanicca. Αθήνα: Πάπυρος. 2007, σελ. τομ. 12, σ.164. | 4. Σπυρίδωνα Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Λονδίνο 1861, έκδοση 2η, Τόμος 1ος, | 5. Θεόδωρου Χαβέλα, Η Ιστορία των Αιτωλών, Αθήνα 1883, Βιβλίο 2ο, σελ. 55 | 6. Ελένη Γιαννακοπούλου, Ρίζα, Tεύχος 49, Ιούνιος, 2003 | 7. Για τη φρουριακή μορφή της πόλης, Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως Νεώτερη έκδοση ΝΕΒ, Τόμος 1ος, σελ. 204 – Διον. Κοκκίνου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1967 (εκδ. Μέλισσα), Τόμος 2ος σελ. 310 – Πρβλ. Παπατρέχα, Το Αγρίνιο, ο.π. σελ. 209 – Ελένη Γιαννακοπούλου, Το Βραχώρι: Οικισμός-Κοινωνία- Οικονομία, Ιστορικά, εφημ. Ελευθεροτυπία, 26/9/2002, σελ. 7. Για το Βραχώρι ως άσυλο των τουρκικών πληθυσμών: Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσε-ως, ό.π. Τόμος 1ος σελ. 247. | 8. Σπυρίδωνα Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ό.π., σελ. 261 | 9. Γεράσιμος Παπατρέχας, Ιστορία του Αγρινίου, ό.π. σελ. 223 | 10. Θεόδωρου Χαβέλα, Η Ιστορία των Αιτωλών, ό.π. σελ. 55 | 25. Θεόδωρου Χαβέλα, Η Ιστορία των Αιτωλών, ό.π. σελ. 55 | 11. Είναι το καλυμμένο ρέμα «Κατρουλής», το οποίο διέρχεται από το μέσον σχεδόν της σημερινής πλατείας Ειρήνης, περνάει πίσω από το Δημοτικό καφενείο και συνεχίζει κάτω από τον πεζόδρομο της Μανδηλαρά (Πεζόδρομος της Εφορίας) | 12. Σπυρίδωνα Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ό.π., σελ. 262. | 13. Σπυρίδωνα Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ό.π., σελ. 264. | 14. Σπυρίδωνα Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ό.π., σελ. 264. | 15. Ιωάννου Φιλήμονος, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος 3ος, Αθήναι, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτηνά, 1860 σελ. | 16. Θεόδωρου Χαβέλα, Η Ιστορία των Αιτωλών, ό.π. σελ. 58. | 17. Ιωάννου Φιλήμονος, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, ό.π. σελ. 341. | 18. Σπυρίδωνα Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ό.π., σελ. 264. | 19. Γεράσιμος Παπατρέχας, Ιστορία του Αγρινίου, ό.π. σελ. 239. | 20. Σπυρίδωνα Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ό.π., σελ. 265. | 21. Σπυρίδωνα Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ό.π., σελ. 266. | 22. Γεράσιμος Παπατρέχας, Ιστορία του Αγρινίου, ό.π. σελ. 244. | 24. Το πατρικό σπίτι Θεόδωρου Χαβέλα βρισκόταν στη γωνία των οδών Γοργοποτάμου και Παναγο-πούλου. | 25. Θεόδωρου Χαβέλα, Η Ιστορία των Αιτωλών, ό.π. σελ. 59. | 26. Σπυρίδωνα Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ό.π., σελ. 266. | 27. Διονυσίου Κόκκινου, Η ελληνική Επανάστασις, Μέλισσα, 1974, Έκδοση 6η, τόμος 1ος, σελ 535. | 28. Ιωάννης Διονυσάτος, Βραχώρι 11 Ιουνίου 1821 – Οι αθάνατοι Αγωνιστές, Α-γρίνιο 2006, σελ. 45. | 29. Ιωάννης Διονυσάτος, Βραχώρι 11 Ιουνίου 1821 ό.π. σελ. 47.

* Το κείμενο αποτελεί μέρος μεγαλυτέρου αφιερώματος, που δημοσιεύτηκε στο “αρχείο Αγρινίου” (Τεύχος 17, Ιούνιος 2019, σελ. 3 – 10)

Φωτογραφία εξωφύλλου: Σύνθεση δύο Φωτογραφιών: 1. Γκραβούρα του Βραχωριού την εποχή της Επανάστασης του 21 Δημοσιεύτηκε στη “Ριζα”. Αναθηματική στήλη αφιερωμένη στην 11 Ιουνίου 1821, τοποθετημένη, στην Πλατεία Μπέλλου, απέναντι από τα ιατρεία του Ι.Κ.Α.

Πηγή: archeioagriniouimerologio.blogspot.com

Ετικέτες

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close