ΆποψηΡοή Ειδήσεων

Για τα 50 χρόνια από τον θάνατο του Τζιμ Μόρρισον

του Γιώργου Βαρεμένου*

 Κάποιες από τις ατέλειωτες βόλτες στο Παρίσι κατέληγαν στο νεκροταφείο του Père Lachaise. Πριν ακόμη μπεις στην σημαντική αυτή νεκρόπολη και νοιώσεις το αεράκι ανάμεσα στα δέντρα, κάτι σαν ψίθυρο της ιστορίας και εκείνων που την έγραψαν, ήδη από τον εξωτερικό τοίχο, περνούν σαν κινηματογραφική σεκάνς οι εικόνες των κομμουνάρων που έπεσαν εκεί, εκτελεσμένοι από το καθεστώς του Θιέρσου.

Περνώντας ανάμεσα στους τάφους του Μολιέρου, του Σοπέν, του Όσκαρ Ουάιλντ, της Κολέτ κ.ά., διασταυρώνεσαι με επισκέπτες που τους οδήγησαν εκεί οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, αλλά και κάποιους ελαφροπερπάτητους προσκυνητές. Όπως οι δύο Τούρκοι με την χαρακτηριστική στάση προσευχής και την θέση των δύο χεριών κοντά στο πρόσωπο, μπροστά στο τάφο του επαναστάτη  σκηνοθέτη Γιλμάζ Γκιουνέι. Συνεννοείσαι με τα μάτια και προχωράς για να φθάσεις σε έναν από τους πιο ταπεινούς τάφους, αλλά τόπο συνάντησης για ανθρώπους νέους στην ηλικία ή στην καρδιά. Τον τάφο του Τζιμ Μόρρισον. Νυχτερινά προσκυνήματα ως τη αυγή, με κιθάρες και μπύρες, απ’ όσους συνέρρεαν από διάφορα μέρη του κόσμου για να νοιώσουν μέσα στην νύχτα την κραυγή του ποιητή του σκότους, να έρχεται από τα έγκατα της γης. Μία αρκετά αντιπροσωπευτική εικόνα αυτής της νυχτερινής μυσταγωγίας, υπήρχε σε σκηνή της πρόσφατης επιτυχημένης -εμπορικά και καλλιτεχνικά- γαλλικής σειράς “Κάλεσε τον μάνατζέρ μου”. Ο Μόρρισον, ο αυθεντικός βραχνός προφήτης, ένα γεννημένο ταλέντο που δεν διάβαζε νότες και δεν έγραφε απλούς στίχους αλλά σκοτεινά ποιήματα, τράβηξε τον δρόμο της αυτοκαταστροφής ως το τέλος της 27χρονης ζωής του στο Παρίσι το 1971. Εκεί όπου φαντασιώθηκε, ίσως, ότι θα ζούσε το κλίμα της Πόλης του Φωτός το 1920, όπως το αναβιώνει ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ  στο βιβλίο του “Αέναη γιορτή”. Ένας τρελλός καμικάζι, όπως τον περιγράφει ο ντράμερ των Doors Τζων Ντένσμορ, τερμάτισε το ανεξέλεγκτο ντελίριο των παθών του (με όποια έννοια περιλαμβάνει αυτή η λέξη) σε ένα σπίτι στη Βαστίλλη, έξω από το οποίο τη  τελευταία φορά που πέρασα η πλάκα νομίζω έγραφε: «Εδώ δεν πέθανε ο Τζιμ Μόρρισον», σε μία απέλπιδα ίσως προσπάθεια να σταματήσει η αέναη προσέλευση.

Τί είναι εκείνο που κρατάει άσβεστο το κερί της μνήμης του 50 χρόνια μετά; Όχι μόνο το γεγονός ότι έζησε τόσο έντονα και πέθανε τόσο νωρίς. Είναι η ανεπανάληπτη αυθεντικότητα της παρουσίας του, όσες προσπάθειες κι αν έκανε ο ίδιος να την γκρεμίσει με τα αχαλίνωτα πάθη και την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά του. Ίσως αυτό το τελευταίο να ενέτεινε τον μύθο του.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και το σύστημα μετέτρεψε την αμφισβήτηση σε τζην κι ένα σωρό άλλα καταναλωτικά προϊόντα. Μέχρι και το Break on Through to the other side ήθελαν σε διαφήμιση για τζιπ με αέριο! Το απέτρεψε ο Ντένσμορ με δικαστικό μαραθώνιο, που είχε ως αποτέλεσμα οι δυο άλλοι τότε επιζώντες των Doors να τον χαρακτηρίσουν επικίνδυνο κομμουνιστή.

Γυιός στρατιωτικού, ο Τζιμ Μόρρισον τα έσβησε όλα πίσω του και έφθασε στο σημείο να μην θέλει να επιτρέψει την είσοδο της μάνας του σε μία συναυλία του.

Μέσα απ’ τα σκοτάδια του μυαλού του, ξεπήδησαν λαμπερές αχτίδες μεγαλοφυίας και αισθαντικότητας. Άλλωστε, ποιος ξέρει; Μπορεί να υπάρχει μία αδιόρατη σχέση μεταξύ τρέλλας και μεγαλοφυΐας.    Κατηφορίζοντας από το Père Lachaise και νοιώθοντας ότι πέρασες τόσο κοντά από εκεί όπου αναπαύεται ο Όσκαρ Ουάιλντ και ο Τζιμ Μόρρισον, αναλογίζεσαι ότι δεν μπορεί να είναι αυτό το the end, my only fried.

*  Ο  Γ. Βαρεμένος είναι βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας και αναπληρωτής τομεάρχης Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε Επίσης

Back to top button