Άποψη

Ελλάδα – ΕΕ: μια σχέση αλληλεξάρτησης και αυτοσυνειδησίας

po-kontonasios1Γράφει ο Παναγιώτης Ν. Κοντονάσιος, δρ. Κλασικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ

Η σημερινή ημέρα της Ευρώπης προσφέρει μια καλή ευκαιρία για μια συνοπτική αναδίφηση της σχέσης της χώρας μας με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, σε μια περίοδο μάλιστα όπου ο ευρωσκεπτικισμός φαίνεται να κερδίσει κάποιο έδαφος.

Η Ελλάδα στόχευσε στη σύνδεσή της με την τότε ΕΟΚ ήδη από την αρχή της ίδρυσης της οικονομικής αυτής κοινότητας. Οι λόγοι της επιλογής αυτής ήταν πρωτίστως πολιτικοί και ακολούθως οικονομικοί. Επρόκειτο στην ουσία για το φυσικό βήμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά την πολιτική του πρωθυπουργού Ε. Βενιζέλου την περίοδο 1928-32, όταν η Ελλάδα αποτέλεσε  μία από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που στήριξαν το πρόδρομο σχέδιο Μπριάν του 1930 για την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Η βάση της προσέγγισης της τότε ΕΟΚ από τις κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή (1955-63) ήταν καθαρά ιδεολογική, ενώ πάνω σε αυτήν εδραζόταν και το πολύ σημαντικό οικονομικό της οικοδόμημα. Για τον Καραμανλή, η Ελλάδα συνδεόμενη με την ΕΟΚ βρισκόταν στον φυσικό πολιτικό της χώρο των δυτικών δημοκρατιών, αλλά και κάτι περισσότερο: σύμφωνα και με τη δική του ερμηνεία της Ιστορίας, «η Ελλάδα δεν ανήκε απλώς στη Δύση, αλλά τη συνδιαμόρφωσε». Τη θέση αυτή συμμερίζονταν περισσότερο ή λιγότερο και τα τότε μέλη της ΕΟΚ, που αποδέχτηκαν το ελληνικό αίτημα, με το πολύ συμβολικό αποτέλεσμα να καταστεί η Ελλάδα το πρώτο συνδεδεμένο μέλος της κοινότητας ήδη από το 1961.

Στη σύνδεση αυτήν ο Καραμανλής έβλεπε την αρχή που θα οδηγούσε στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, δηλαδή στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης: ενός δυτικού, ομόσπονδου και πολυεθνικού δημοκρατικού κράτους με κοινές πολιτισμικές καταβολές στην ελληνορωμαϊκή κληρονομιά και τον Χριστιανισμό, και με παράλληλη εξασφάλιση των δικαιωμάτων των κάθε είδους μειονοτήτων. Μέσα σε αυτό το κράτος η Ελλάδα θα εξασφάλιζε οριστική λύση στο πολιτικό της πρόβλημα: την πολιτική και συνακόλουθα οικονομική αστάθεια, ευρισκόμενη παράλληλα σε έναν πολύ οικείο από πολιτισμική άποψη χώρο, τον οποίο η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ έχει χαρακτηρίσει πολύ εύστοχα «κατεξοχήν ελληνικό». Από την άλλη μεριά η ΕΟΚ, υποδεχόμενη την Ελλάδα, ενισχυόταν ιδεολογικά στα πλαίσια που ήδη διαγράφηκαν, αλλά και έθετε τις βάσεις για τη διεύρυνση της ιδέας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Ο Καραμανλής ωστόσο συχνά παραπονιόταν για τον αργό ρυθμό προόδου της ευρωπαϊκής ιδέας, που, κατά την άποψή του, εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους οπισθοδρόμησης. Η πορεία της Ελλάδας μετά την κάθοδό του από την εξουσία το 1963, δυστυχώς, επιβεβαίωσε τους φόβους του. Η δημαγωγία και η πόλωση που επικράτησαν την περίοδο 1963-67 άνοιξαν διάπλατα τον δρόμο στη χούντα των συνταγματαρχών, που κατέρρευσε επτά χρόνια αργότερα, αποκόπτοντας όμως από την αρχή την Ελλάδα από την πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 ο πρωθυπουργός Κων/νος Καραμανλής έπιασε το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει ο ίδιος έντεκα χρόνια νωρίτερα. Αυτήν τη φορά στόχευσε αμέσως στην ένταξη της χώρας στη διευρυμένη πια ΕΟΚ, πράγμα που πέτυχε τον Μάιο του 1979. Όπως φαίνεται από τις ιστορικές πηγές της εποχής, οι πολιτικοί και οικονομικοί στόχοι που υπαγόρευσαν αυτήν την επιλογή παρέμεναν αναλλοίωτοι, τόσο για τον ίδιο τον Καραμανλή όσο και για τους Ευρωπαίους εταίρους.

Την ίδια στιγμή όμως οι κίνδυνοι δεν εξέλειπαν: το 1981 στην εξουσία ανέβηκαν οι ακραίοι τότε σοσιαλιστές του ΠΑΣΟΚ, που προεκλογικά καταφέρονταν ανοικτά εναντίον της ΕΟΚ και της Δύσης γενικότερα. Διεκήρυτταν μάλιστα ότι θα διεξήγαν δημοψήφισμα για την παραμονή της χώρας στην κοινότητα. Οι ακραίες αυτές θέσεις είχαν καταθορυβήσει τον Καραμανλή, ο οποίος μετακινήθηκε στην προεδρία της Δημοκρατίας την περίοδο 1980-85, συμβάλλοντας στη χαλιναγώγηση της αντιδυτικής πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου. Ωστόσο σε ιδεολογικό και οικονομικό επίπεδο η Ελλάδα την οκταετία 1981-89 πράγματι απομακρύνθηκε από την υπόλοιπη Ευρώπη, που ήταν θεσμικά ανοχύρωτη απέναντι σε τέτοιες παρεκβάσεις των κρατών-μελών της.

Στο τέλος της επόμενης δεκαετίας όμως η Ελλάδα βρισκόταν μια ανάσα από την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ, με πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη και κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, που εγκατέλειψε οριστικά τα αντιδυτικά συνθήματα και την πολιτική του ανένδοτου κρατισμού. Εκείνη τη στιγμή η χώρα συνέκλινε περισσότερο από κάθε άλλη φορά με τους υπόλοιπους εταίρους της και ταυτόχρονα είχε την πολιτική ευτυχία τα δύο τουλάχιστον μεγαλύτερα κόμματά της, με αθροιστική εκλογική δύναμη πάνω από 80%, να συναγωνίζονται μεταξύ τους σε φιλοευρωπαϊκή πολιτική.

Ωστόσο δέκα χρόνια αργότερα ο συνδυασμός της πολιτικής με την οικονομική κρίση έφερε την Ελλάδα στα πρόθυρα της εξόδου από τη ζώνη του ευρώ. Χάρη όμως στους πολιτικούς λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω και που αφορούν την ταυτότητα τόσο της Ελλάδας όσο και της ΕΕ, και όχι βεβαίως αποκλειστικά για οικονομικούς λόγους, όπως μάλλον επιπόλαια υποστηρίχθηκε από κάποιους, η σχέση αυτή όχι μόνο δεν διακόπηκε, αλλά και φαίνεται να ξαναβρίσκει τον βηματισμό της. Πολύ εντυπωσιακά όσο και διδακτικά τον βηματισμό αυτόν δεν μπόρεσαν να σταματήσουν, παρά τις προφανείς διαθέσεις τους, που φάνηκαν καθαρά το πρώτο εξάμηνο του 2015, ούτε οι  ομολογουμένως πιο ακραίοι κυβερνητικοί εταίροι της σημερινής Ευρώπης, το ετερόκλητο δηλαδή δίδυμο Τσίπρα-Καμμένου, που βρήκε κοινό σημείο ακριβώς στις αντιευρωπαϊκές του προθέσεις.

Επομένως από την περίπτωση της Ελλάδας, που με βάση όσα αναφέρθηκαν ήδη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ειδική, είναι προφανές ότι η σύγχρονη Ευρώπη έχει ανάγκη από την προβολή ως συγκολλητικής ουσίας της στέρεης πολιτισμικής της ταυτότητας, που εκκινεί από τη δημοκρατική ελληνορωμαϊκή κληρονομιά της και φυσικά τον Χριστιανισμό. Παράλληλα με αυτήν προβάλλει πλέον ως αδήριτη ανάγκη η θέσπιση ενός κοινού, δεσμευτικού, ευρωπαϊκού συντάγματος. Με αυτές τις δύο προϋποθέσεις είναι πολύ πιθανό να καταπολεμηθούν οι σημερινές παθογένειες, ώστε να φτάσουμε στο ζητούμενο, που δεν μπορεί να είναι άλλο από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, ώστε να αρθούν και οι ως ένα βαθμό δικαιολογημένες επιφυλάξεις κάποιων κρατών-μελών σχετικά με τη δυνατότητα της ΕΕ να διαφυλάξει και να προωθήσει δυναμικά το δυτικό δημοκρατικό ιδεώδες, οι οποίες εν πολλοίς οδήγησαν και στο ατύχημα του Brexit.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε Επίσης

Back to top button