sliderΆποψηΡοή Ειδήσεων

Δημόσια κτήρια της πόλης του Αγρινίου

Γράφει ο Ηλίας Δ. Ντζάνης*

Ανοίγει κατά καιρούς στη πόλη μας μία συζήτηση για την τύχη (κακοτυχία), ή την αξιοποίηση (εγκατάλειψη) κάποιων εμβληματικών κτηρίων, όπως τουλάχιστον τα χαρακτηρίζουν κάποιοι ειδικοί.

Και για να μη μιλάμε αόριστα, αναφέρομαι στο κτήριο που πρώην ΕΟΚ στην οδό Μακρή, στις αποθήκες Παπαπέτρου, στο συγκρότημα Παπαστράτου, στις αποθήκες Ηλιού και στις εγκαταστάσεις του πρώην Καπνικού Σταθμού Αγρινίου. Σε αυτό το μικρό κατάλογο προσωπικά θα προσθέσω τις αποθήκες του πρώην ΕΟΚ στο Ρουπακιά και τις αποθήκες πάλι του ΕΟΚ στη Λεπενού. Μικρό μνημόσυνο ακόμα θα κάνω και στις μακαρίτισσες  (Θεός να τις αναπαύει) εγκαταστάσεις επεξεργασίας καπνού των αφών Παναγόπουλου.

Από τα ανωτέρω κτήρια άλλα έπασχαν ή πάσχουν από στατικά προβλήματα και άλλα φαίνεται ότι ρυπαίνουν την πόλη ή ότι υστερούν αισθητικά στο μοντέρνο ή μεταμοντέρνο αρχιτεκτονικό στυλ της πόλης μας. Ίσως αυτοί να είναι οι λόγοι που εγκαταλείφθηκαν ή κατεδαφίστηκαν, προκειμένου να εκσυγχρονιστεί η πόλη.  Ποτέ όμως δεν κατάλαβα, πως στα κτήρια αυτά με τα τόσα στατικά  προβλήματα επεξεργάζονταν και αποθηκεύονταν χιλιάδες τόνοι καπνού, όπως και πως επέτρεπαν οι ελεγκτικές της εργασίας υπηρεσίες να εργάζονται μέσα σε αυτά τα επικίνδυνα καπνομάγαζα  εκατοντάδες εργάτες, πολλές φορές σε διπλές βάρδιες. Ίσως να μην το είχαν πάρει είδηση οι ιδιοκτήτες τους και τα εργατικά σωματεία,  ή ίσως με το χρόνο και σχετικά πρόσφατα να  άλλαξε σεισμολογική συμπεριφορά το υπέδαφος του Αγρινίου.

Σημασία όμως δεν έχουν τα ανωτέρω που κατά καιρούς ακούστηκαν. Σημασία έχει μία σκληρή πραγματικότητα. Το Αγρίνιο δεν κατάφερε μέχρι τώρα να αξιοποιήσει ούτε ένα  κτήριο της λεγόμενης βιομηχανικής περιόδου για κάποιο άλλο σκοπό και όλα αυτά, τα λεγόμενα εμβληματικά μιάς εποχής οικοδομήματα, αφήνονται να καταρρέουν.  Και όσο αφήνονται εγκαταλειμμένα στη δύναμη του χρόνου, τόσο θα υποβαθμίζονται και στο τέλος θα  γίνονται και επικίνδυνα, όπως καλή ώρα οι αποθήκες Ηλιού.

Μοναδική εξαίρεση: α) οι αποθήκες «Καμποσιώρα», που, προς τιμή του, το ΤΕΕ  τις αναπαλαίωσε και τις αξιοποίησε δημιουργώντας θαυμάσιο λειτουργικό χώρο με  Γραφεία του παραρτήματος ΤΕΕ Αιτ/νίας και ωραίες συνεδριακές αίθουσες  και, β) το νεοκλασσικό  κτήριο στη οδό Παπαστράτου που ανήκε στο καπνέμπορα Ρήγα και που χάρις στη φιλοκαλία του Κώστα και της Μαριάνας Πιστιόλα αγοράστηκε, διασώθηκε αναπαλαιώθηκε και έγινε το σημερινό, κόσμημα για το Αγρίνιο, ξενοδοχείο Marpessa.(Σημ. Όνομα με ελληνική ρίζα από τη Μάρπησσα, τη κόρη του βασιλέως των Αιτωλών Ευήνου και σύζυγο του Ίδα του Αιτωλού., ¨Εγκυκλ. Λεξικό Ήλιου¨. Και αναφοράς).  Εκτός από τα δύο αναφερόμενα παλαιά οικοδομήματα κανένα άλλο κτήριο από αυτά που σημάδεψαν την ιστορία του Αγρινίου και της περιοχής δεν αναπαλαιώθηκε και δεν αξιοποιήθηκε για κάποιο δημόσιο ή κοινωφελή σκοπό. Και αυτό, υπόρρητα ίσως, κάτι να  λέει για τα δημόσια πράγματα της πόλης μας.

Το ερώτημα συνεπώς που ανακύπτει είναι γιατί, η πόλη του Αγρινίου, μία από τις Πόλεις του Καπνού στην Ελλάδα και Παγκοσμίως, με τόση Ιστορία στη καπνοκαλλιέργεια και εμπορία του προϊόντος αυτού από τον 17ο αιώνα, δεν κατάφερε να διασώσει ένα ταυτοτικό σημείο της ιστορίας της.  Το ερώτημα επιδέχεται πολλές απαντήσεις και ερμηνείες. Αλλά αυτό ας το αφήσουμε λίγο στην άκρη και ας δούμε:   1ον. Αν θέλουμε να διασώσουμε κάποια από αυτά τα εμβληματικά και ταυτοτικά της πόλης μας κτήρια.

2ον. Αν έχουμε θετική απάντηση στο αρχικό ερώτημα και υπάρχει πραγματικά εκπεφρασμένη και ισχυρή βούληση για κάτι τέτοιο, τότε ανακύπτει ένα δεύτερο ερώτημα: τι σχεδιάζουμε για την αξιοποίηση αυτών των εγκαταστάσεων και, συνακόλουθα έρχεται το τελικό ερώτημα:

3ον. Αν  αυτό που σκοπεύουμε να κάνουμε, μπορούμε να το πετύχουμε και πώς.

Στο 1ο και αρχικό ερώτημα δεν μπορεί να απαντήσει ο κάθε πολίτης. Θα πρέπει οι οργανωμένοι και θεσμοθετημένοι φορείς της πόλης να δώσουν μία σαφή και ξεκάθαρη απάντηση. Από αυτή την απάντηση θα ξεκινήσουν οι  συμμετοχικές και βοηθητικές δράσεις των πολιτών.

Επειδή θεωρούμε πώς υπάρχει θετική απάντηση στο βασικό αυτό ερώτημα και όπως προαναφέραμε γίνονται κατά καιρούς σχετικές συζητήσεις, φρονούμε ότι πρέπει να μπούμε, ως πόλη, στη διαδικασία για το άνοιγμα ενός διαλόγου και συζήτησης από ειδικούς, αλλά και απλούς πολίτες, με τη κατάθεση προτάσεων και ιδεών. Ο διάλογος αυτός, ή η συζήτηση αν προτιμάει κάποιος, δεν πρέπει να είναι «ατέρμων», αλλά πρέπει να  έχει καταληκτική ημερομηνία. Επίσης, ο δημόσιος διάλογος πρέπει να προϋποθέτει την έγγραφη και επώνυμη κατάθεση των όποιων ιδεών και προτάσεων.

Οι αοριστολογίες και οι προσωπικές επιθυμίες είναι προφανές ότι δεν μπορούν να βοηθήσουν. Με λίγα λόγια οι προτάσεις πρέπει να είναι τεκμηριωμένες. Τις προτάσεις αυτές θα τις επεξεργαστεί μία ολιγομελής δημοτική επιτροπή ειδικών για να καταλήξει σε μία συγκεκριμένη πρόταση χρήσης ή αξιοποίησης. Πάνω σε αυτή, την οριστική πρόταση χρήσης ή αξιοποίησης, θα κληθούν να δώσουν τις καλύτερες ιδέες και λύσεις   οι εξειδικευμένοι τεχνικοί φορείς που θα επιλεγούν μέσα από διαγωνιστικές διαδικασίες, εκμεταλλευόμενοι φυσικά τις αισθητικές ιδιαιτερότητες και λειτουργικές δυνατότητες κάθε κτίσματος,

Ο αντίλογος συνήθως σε αυτές τις δημόσια εκφραζόμενες σκέψεις είναι, ότι δεν υπάρχουν χρήματα. Σίγουρα σε αυτή την αντίρρηση υπάρχει μία αλήθεια, που όμως είναι κατά τη γνώμη μας είναι μισή. Γιατί, ξεκινώντας αυτή τη προσπάθεια δεν νομίζω πως για τις προκαταρτικές δράσεις χρειάζονται χρήματα, ή τουλάχιστον  δεν απαιτούνται τόσα πολλά. Για την υλοποίηση όμως τελικά ενός μεγάλου έργου πράγματι χρειάζονται χρήματα πολλά και, για να είμαστε ρεαλιστές, χρειάζονται και ιδιωτικοί χρηματοδότες.  Αλλά, αν δεν ξεκινήσεις κάτι, αν δεν προβάλλεις το επιδιωκόμενο έργο και δεν δείξεις ότι σοβαρά επιδιώκεις κάτι, αν περιμένεις με ένα έγγραφο ή μία απόφαση να αρχίσουν να ρέουν χρήματα ή να ξεπηδήσουν χρηματοδότες, τότε νομίζω πώς δεν θα γίνει ποτέ τίποτε, όπως δεν έγινε μέχρι τώρα. (Παρεμπιπτόντως: όπως στη χώρα μας περιμένουμε πρώτα να μας πληρώσουν και μετά να εργαστούμε, έτσι και με τα διάφορης  μορφής και μεγέθους έργα περιμένουμε να μας τα φτιάξουν άλλοι.

Είναι μία νοοτροπία που διατρέχει την ελληνική κοινωνία για πολλές δεκαετίες από τη δημιουργία σχεδόν του ελληνικού κράτους. Και, με την ευκαιρία των 200 χρόνων από τη Μεγάλη Επανάσταση θα ήθελα να θυμίσω σε όλους μας κάτι πολύ απλό μέσω ενός ρητορικού ερωτήματος: Πιστεύετε ότι θα υπήρχε ευρωπαϊκή βοήθεια και φιλελληνισμός χωρίς να έχουν προϋπάρξει μάχες, αγώνες, θυσίες και αίμα από τους Έλληνες? Ας προβληματιστούμε και ας παραδειγματιστούμε).

Από αυτά που παραπάνω εκθέτουμε, ως μια ρεαλιστική βάση για την ανάληψη δράσεων, δυστυχώς μέχρι σήμερα έχουν γίνει ελάχιστα και αποσπασματικά, περιμένοντας, όχι μόνο τώρα αλλά εδώ και πολλά χρόνια, από τη κεντρική διοίκηση να μας δώσει όλες τις λύσεις. Συνέχεια αυτής της διαπίστωσης τίθεται ακόμα ένα  ερώτημα, ρητορικά βέβαια αλλά καλόπιστα: Πιστεύουμε αλήθεια, ότι θα ξυπνήσει αύριο το πρωί κάποιος υπουργός και θα ενδιαφερθεί να δημιουργήσει και να υλοποιήσει μία πρόταση αξιοποίησης κάποιου κτηρίου της πόλης του Αγρινίου για να το δωρίσει στους πολίτες του? Μακάρι να υπάρχουν τέτοια δημόσια πρόσωπα με τόση μεγάλες ευαισθησίες και ενδιαφέρον για τη πόλη μας. Και αν πιστεύουμε ότι αυτό θα γίνει, τότε καλώς περιμένουμε . Αν όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, που προσωπικά το θεωρώ εξαιρετικά πιθανό, τότε θα πρέπει να  πάρουμε την πρωτοβουλία και  να δράσουμε πρώτα εμείς ως πόλη και πολίτες.

Συμπληρωματικά στα παραπάνω και ειδικότερα ως προς το ερώτημα για την ακολουθητέα πρακτική δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε ξανά τον τροχό. Ας ακολουθήσουμε το δρόμο που ακολούθησαν οι άλλες πόλεις του καπνού. Στην ίδια ή χειρότερη κατάσταση ήταν όλα τα εμβληματικά κτήρια και στη Καβάλα και στη Δράμα και στο Βόλο. Η κάθε πόλη επέλεξε ένα δικό της ξεχωριστό πλάνο για την αξιοποίηση αυτών των κτηρίων και όλες  αυτές οι πόλεις το έκαναν με επιτυχία. Παράδειγμα πολύ καλό είναι ο Βόλος, που όλα τα καπνομάγαζα τα αξιοποίησε με διαφορετικό τρόπο το καθένα. Οι ετοιμόρροπες αποθήκες Ματσάγγου, έγιναν Γεωπονική Σχολή με ωραίες αίθουσες, γραφεία και  άρτιες εργαστηριακές υποδομές. Οι αποθήκες Παπαστράτου στο λιμάνι έγιναν, εκτός των άλλων και το έμβλημα της πρυτανείας του πανεπιστημίου, ενώ οι άλλες καπναποθήκες έγιναν μουσειακοί χώροι που λειτουργούν με  σύγχρονες μεθόδους και αντιλήψεις για τα μουσεία.

Η μικρή και παραμεθόριος Δράμα, ακολούθησε άλλο δρόμο, σχεδόν παράλληλο με το Βόλο. Άλλη χρήση επέλεξε για τα καπνομάγαζα και άλλη για τις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου Καπνού, όπου στέγασε το πρώην ΤΕΙ και τώρα σχεδιάζει να εγκαταστήσει τις πανεπιστημιακές σχολές της.  Η Καβάλα εγκατέστησε ένα πρωτοποριακό μουσείο καπνού. Εμείς? Το Αγρίνιο? Τίποτα. Δυστυχώς αοριστολογούμε και πελαγοδρομούμε χωρίς συγκεκριμένο και τεκμηριωμένα επιλεγμένο στόχο. Όλοι έχουμε από μία ιδέα, αλλά όλοι περιμένουμε να μας τα χαρίσουν όλα κάποιοι άλλοι. Αν έχουμε αυτή την αντίληψη, λυπάμαι, αλλά θα περιμένουμε πολλές δεκαετίες ακόμα. Κανένας δεν θα μας χαρίσει τίποτα, όπως και τίποτα δεν θα μας δώσουν, αν δεν το απαιτήσουμε πλήρως τεκμηριωμένα.

Τέλος, αν πάλι αυτό το παρελθόν του τόπου μας βαραίνει, αν ο καπνός ήταν σκλαβιά όπως τον περιγράφουν και μερικοί  γραμματιζούμενοι της πόλης μας και θέλουμε να το ξεχάσουμε, τότε ας  κατεδαφίσουμε και τα σημαδιακά κτήρια αυτής της εποχής για να σβήσουμε αυτό το «καπνικό άγος». Αν μάλιστα τα αφήσουμε να καταρρεύσουν ολοκληρωτικά, τότε και η κατεδάφιση θα είναι οικονομικά και νομικά πιο εύκολη.

*Γεωπόνος  

Αγρίνιο 18-4-2021    

,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε Επίσης

Back to top button