ΆποψηΡοή Ειδήσεων

«Από τον καπνό στη στέβια για την αναγέννηση της υπαίθρου του Δήμου Αγρινίου»

Γράφει η γεωπόνος, Ελένη Μήτσου

Το φυτό Stevia rebaudiana (Bertoni), γνωρίζει σε όλο τον κόσμο ένα τεράστιο ενδιαφέρον από τους ερευνητές, τους γεωργούς, τις μεγάλες εμπορικές και φαρμακευτικές βιομηχανίες αλλά και από τους καταναλωτές λόγω, αφενός της μεγάλης του προσαρμοστικότητας σε μία ευρεία γκάμα κλιμάτων και αφετέρου από τις διάφορες θεραπευτικές και φαρμακευτικές ιδιότητες που έχει όσον αφορά τον ανθρώπινο οργανισμό.

       Σχεδόν όλο το φυτό έχει γλυκιά γεύση, αλλά τις ουσίες που προσδίδουν γλύκα τις λαμβάνουμε από τα φύλλα του. Τα φύλλα αποξηραίνονται, εκχυλίζονται και με μια ήπια επεξεργασία  λαμβάνονται γλυκοζίτες στεβιόλης, οι οποίοι, είναι έως και 300 φορές πιο γλυκοί από τη ζάχαρη και παρουσιάζουν, επίσης, ευρεία θεραπευτική δράση. Η κατανάλωση της αυξάνεται σε παγκόσμια κλίμακα. Οι κύριοι μοχλοί ανάπτυξης στην αγορά της στέβιας σήμερα, είναι η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση των καταναλωτών για υγιεινά και φυσικά προϊόντα και η αύξηση των ποσοστών παχυσαρκίας, διαβήτη και καρδιαγγειακών παθήσεων.  Η στέβια προβάλλει σαν ισχυρός ανταγωνιστής των άλλων φυσικών και τεχνητών γλυκαντικών ουσιών (όπως ασπαρτάμη) ακόμα και σαν ανταγωνιστής της ίδιας της ζάχαρης, από την οποία αναμένεται ότι θα αποσπάσει ένα μεγάλο μερίδιο αγοράς. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι η στέβια θα μπορούσε να αντικαταστήσει τελικά το 20-30% όλων των χρησιμοποιούμενων γλυκαντικών τροφίμων.  Αυτό σημαίνει, ότι θα χρειασθεί να καλλιεργηθούν γύρω στα 8.000.000 στρέμματα παγκοσμίως, ενώ σήμερα καλλιεργούνται λιγότερο από 500.000 στρέμματα.


       Στην Ελλάδα, το ενδιαφέρον για την καλλιέργεια της στέβιας άρχισε να αναπτύσσεται το 2005, σαν αρκετά υποσχόμενη εναλλακτική, που θα μπορούσε, να αντικαταστήσει τον καπνό ή άλλες καλλιέργειες, οι οποίες εγκαταλείπονται, ως αποτέλεσμα της αποσύνδεσης της ενιαίας ενίσχυσης από την παραγωγή, στα πλαίσια της νέας ΚΑΠ. Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας άρχισε τότε συστηματική επιστημονική έρευνα, την οποία και συνεχίζει σε συνεργασία με διάφορους φορείς, με σκοπό το φυτό αυτό να αποτελέσει μια εναλλακτική και δυναμική καλλιέργεια για τους Έλληνες γεωργούς.

       Οι συνέπειες της νέας ΚΑΠ είχαν επιπτώσεις στην γεωγραφική περιοχή Ν. Αιτωλοακαρνανίας. Μια από τις βασικές και πιο προσοδοφόρες καλλιέργειες στην περιοχή για περισσότερα από 100 χρόνια, η καπνοκαλλιέργεια, έχει εγκαταλειφθεί και περιοριστεί σε ελάχιστους παραγωγούς. Για την διατήρηση του αγροτικού εισοδήματος και του κοινωνικού ιστού χρειάζονται εναλλακτικές καλλιέργειες και η σχετική έρευνα για την εισαγωγή-επέκταση τους. Η καλλιέργεια του είδους Στέβια μπορεί να είναι μια τέτοια καλλιέργεια ενώ μοιάζει πάρα πολύ με την καπνοκαλλιέργεια, τόσο ως προς τις εδαφοκλιματικές συνθήκες, όσο και ως προς την παραγωγή φυταρίων (σε παραδοσιακά ή επιπλέοντα σπορεία) καθώς και στις καλλιεργητικές πρακτικές (λίπανση, μεταφύτευση, άρδευση, διαχείριση ζιζανίων, συγκομιδή με κοπή ή αποφύλλωση, αποξήρανση). Η στέβια μπορεί να καλλιεργηθεί σε ένα ευρύ φάσμα εδαφών με επαρκή υγρασία και κατάλληλο σύστημα αποστράγγισης. Φαίνεται από τα πειράματα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας ότι όλα τα γεωργικά εδάφη στην Ελλάδα, τα οποία χρησιμοποιούνται για κάποια άλλη καλλιέργεια, μπορεί να χρησιμοποιηθούν και για τη Στέβια. 

Το «πείραμα» Στέβια στην περιοχή του Αγρινίου

       Ειδικότερα, στην περιοχή Αιτωλοακαρνανίας έγιναν πειράματα σπορείων, λίπανσης και αποστάσεων μεταφύτευσης και Αποδεικτικές καλλιέργειες. Μετρήθηκε η περιεκτικότητα και απόδοση σε γλυκαντικές ουσίες, ανάλογα με το χρόνο συλλογής και τον τρόπο ξήρανσης, καθώς και οι ανάγκες της στέβιας σε νερό.  Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Παν/μιο Θεσσαλίας σε συνεργασία με το Παν/μιο Hohenheim της Γερμανίας, Ομάδες Καπνοπαραγωγών και το Ε.ΘΙ.ΑΓ.Ε. τα έτη 2005-2007. Το 2008 από ενδιαφέρον των παραγωγών, χωρίς καμία αποζημίωση τους, συνεχίστηκαν οι Αποδεικτικές καλλιέργειες. Το 2009 με χρηματοδότηση της Ν.Α. Αιτωλοακαρνανίας έγινε στην περιοχή σε συνεργασία με την Ε.Α.Σ. Αγρινίου, το Ε.ΘΙ.ΑΓ.Ε.(Καπνικός Σταθμός Αγρινίου), το Πανεπιστήμιο Δυτικής Ελλάδας και Καπνοπαραγωγούς, περαιτέρω έρευνα έτσι ώστε να μελετηθεί η στέβια παραγωγικά, με Αποδεικτικές καλλιέργειες σε διάφορες εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής. Αξιολογήθηκαν, επίσης, στο χωράφι για τρία χρόνια (2013-2015) στην περιοχή του Αγρινίου πέντε ποικιλίες στέβιας για διάφορα αγρονομικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά.  Συμπερασματικά, οι ποικιλίες που δοκιμάστηκαν έδωσαν πολύ καλές αποδόσεις και είχαν μεγάλη περιεκτικότητα σε γλυκοζίτες στεβιόλης.

       Δεν εμφάνισε  προβλήματα από έντομα ή ασθένειες, άρα είναι εύκολο να ενταχθεί στις βιολογικές καλλιέργειες ενώ οι Αποδεικτικές καλλιέργειες επέζησαν και δεν νεκρώθηκαν στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, για πολλά συνεχή έτη, ακόμη και μετά την εγκατάλειψή τους. Η έρευνα έως τώρα στην Ελλάδα και αλλού δείχνει ότι καλλιέργειες δύο και περισσότερων ετών έχουν υψηλότερη παραγωγικότητα. Με βάση τις μετρήσεις αυτές και τις παρατηρήσεις των γεωπόνων ,συμπεραίνεται ότι, εάν η καλλιέργεια δεχθεί τις σωστές καλλιεργητικές πρακτικές, οι αποδόσεις θα είναι  πολύ ικανοποιητικές. Φαίνεται από τα αποτελέσματα της μελέτης του Πανεπιστημίου Δυτικής Ελλάδας για την οικονομικότητα της καλλιέργειας, ότι η στέβια ως βιολογική καλλιέργεια, εάν γίνεται με της αρχές της ολοκληρωμένης παραγωγής, μπορεί να είναι προσοδοφόρα.

Η Στέβια στην Ελλάδα, ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Στέβια Ελλάς και η εταιρία Παπαστράτος

       Το 2011 η ευρωπαϊκή αρχή ασφάλειας τροφίμων, αφού αξιολόγησε σχετικά αιτήματα, γνωμοδότησε ότι η στέβια είναι ασφαλής για κατανάλωση και επέτρεψε την καλλιέργεια της και την χρήση των γλυκοζιτών στεβιόλης σαν πρόσθετο τροφίμων (σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1131/2011). Όσον αφορά την καλλιέργεια στην Ελλάδα και την Ευρώπη, οι παραγωγοί του Αγροτικού Συνεταιρισμού Στέβια Ελλάς στην Κεντρική Ελλάδα  (με έτος σύστασης το 2011) είναι οι μόνοι που καλλιεργούν συστηματικά και σε αρκετά στρέμματα, παράγοντας τις μεγαλύτερες ποσότητες φύλλων στέβιας, πανευρωπαϊκά. Τα φύλλα εξάγονται στη Γαλλία, όπου, μεταποιούνται και εκχυλίζονται στη μοναδική μονάδα εκχύλισης στέβιας σε ευρωπαϊκό έδαφος. Η πρώτη ύλη επιστρέφει στη χώρα μας για την τελική μεταποίηση και συσκευασία. Η μεταφορά των φύλλων αυξάνει κατά πολύ το κόστος. Στόχος  του συνεταιρισμού είναι η δημιουργία μονάδας μεταποίησης στη Λαμία, που θα οδηγήσει σε μια καθετοποιημένη παραγωγή προϊόντων ελληνικής στέβιας και η αύξηση της παραγωγής, μέσω της επέκτασης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και σε άλλες περιοχές.

       Το Σεπτέμβριο του 2021, σε συνέντευξη τύπου στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, παρουσιάστηκε, από την εταιρία Παπαστράτος και το Συνεταιρισμό Στέβια Ελλάς, το πιλοτικό πρόγραμμα «Νέα γη». Σε δυο χωριά της Θράκης, όπου οι αγρότες καλλιεργούσαν επί δεκαετίες μπασμάδες, ξεκίνησε ένα σημαντικό πείραμα:  μετάβαση από την καλλιέργεια του καπνού στη στέβια. Το πρόγραμμα «Νέα γη» προβλέπει τη χρηματοδότηση για την προμήθεια σπόρων, φυτοχώματος, αναλώσιμων υλικών και συστημάτων άρδευσης, τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την παροχή τεχνικής υποστήριξης καθ’ όλη τη διάρκεια  της μετάβασης, τη δημιουργία συλλογικών σχημάτων που θα ενισχύουν την διαπραγματευτική ισχύ των καλλιεργητών και την απορρόφηση από τη Στέβια Ελλάς του συνόλου της παραγωγής των καλλιεργητών που θα συμμετέχουν στο πρόγραμμα. Στο πλαίσιο του πιλοτικού προγράμματος αναγεννητικής καλλιέργειας καλλιεργούνται ήδη 100 στρέμματα με στέβια και στόχος είναι η έκταση αυτή να ανέλθει το 2022 ακόμη και στα 200-300 στρέμματα, ενώ θα δοκιμαστεί και αλλού, με υποψήφια μεταξύ άλλων και μια παραδοσιακή περιοχή καπνοκαλλιέργειας όπως είναι το Αγρίνιο.

       Η Στέβια με όλα τα στάδια της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας τηρεί όλες τις προϋποθέσεις για την υλοποίηση καινοτομιών τόσο στον αγροτικό και στον βιομηχανικό τομέα. Γίνονται προσπάθειες να εξελιχθεί η Στέβια σε μια σύγχρονη καλλιέργεια κατάλληλη για μηχανοποιημένη παραγωγή, που, θα παρέχει απασχόληση και ικανοποιητικό εισόδημα σε μια αγροτική οικογένεια. Σήμερα η βιομηχανική μεταποίηση της Στέβια είναι ένας ραγδαία αναπτυσσόμενος κλάδος. Συνεπακόλουθα μια καθετοποιημένη μονάδα καλλιέργειας, μεταποίησης και εμπορίας θεωρείται από τις πλέον κερδοφόρες επενδύσεις. Η λειτουργία ενός εργοστασίου μεταποίησης θα συμβάλλει στην αγροτική και βιομηχανική ανάπτυξη και θα προσφέρει διέξοδο από την οικονομική κρίση.ή κρίση.


Τοπική Διαφήμιση
Τοπική Διαφήμιση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε Επίσης

Back to top button