Άποψη

Αναμνήσεις ενός Παλαιμάχου

α) Το κίτρινο πόδι , β) Οι… λαθρέμποροι. Γράφει ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής του Παναιτωλικού Βασίλης Σταρακας

Σαν ποδοσφαιριστής του ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΚΟΥ ΜΑΣ έχω κάνει δεκάδες ταξίδια με την ομάδα. Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο όταν ξεκινούσε επίσημα η ποδοσφαιρική σαιζόν ταξιδεύαμε και σε άλλη πόλη – έδρα της αντιπάλου ομάδα μας. Η σαιζόν ξεκινούσε τον Αύγουστο και τελείωνε το Μάιο. Κάποια ταξίδια από αυτά ήταν λίγο βαρετά άλλα ευχάριστα ανάλογα και την πόλη που επισκεπτόσουν. Ο σκοπός βέβαια του δικού μας ταξιδιού δεν είχε να κάνει ούτε με διασκέδαση ή καλοπέραση ούτε το βλέπαμε σαν εκδρομή. Ο μοναδικός σκοπός και στόχος ήταν να βγάλει ο καθένας μας στον αγωνιστικό χώρο όση ενέργεια διέθετε ώστε να πάρουμε το καλύτερο αποτέλεσμα. Αυτό το υποστηρίζω υπεύθυνα αφού στην ομάδα έζησα καλά τρεις γενιές ντόπιων ποδοσφαιριστών , και όσο πιο πίσω πας τόσο πιο δυνατή είναι η σχέση πάθους παίχτη και συλλόγου.

1
Από αριστερά όρθιοι: Κοσκινάς (προπονητής), Παπαδόπουλος (Γάλλος), Ντόκας, Μήτσου (μόλις που διακρίνεται), Δρόσος, Ζαρκαβέλης, Γιώργος Παπαϊωάννου,(Δήμαρχος Αγρινίου), Σταρακάς, Σταυρόπουλος (Βουλευτής), Καραθανάσης Βασίλης (Πρόεδρος Παναιτωλικού), Γρηγόρης Σταυρόπουλος (Διευθυντής Παναιτωλικής).
Από αριστερά καθήμενοι: Κουτσογιάννης, Γιαννόπουλος, Τεμεκονίδης, Μπαρχαμπάς.

Νεαρός αγωνίστηκα με τη θρυλική γενιά – οι περισσότεροι βρίσκονταν στη δύση τους – των Γάλλου – Μήτσου – Ρόκκου – Τάκη Μπάθα – Γιαννόπουλου – Δούκα – Μπαρχαμπά – Καλύβα – Ζαρκαβέλη.

(Το δελτίο μου καθώς και των Ντόκα – και Μπάθα Δημήτρη εκδόθηκε τον Σεπτέμβρη 1958 που συμπληρώσαμε το 14ο έτος της ηλικίας μας). Στην εφηβική μας ηλικία είχαμε την τύχη μαζί με αρκετούς συνομήλικους συμπαίκτες μας να έχουμε για δύο συνεχόμενα χρόνια έναν δάσκαλο – προπονητή που ήξερε όχι μόνο όλα τα μυστικά της τεχνικής του ποδοσφαίρου αλλά και την ψυχολογία του. Έναν προπονητή που δούλευε όλα τα τμήματα μόνος του. Τον κύριο Σωτήρη Καρποδίνη.

Τη δική μου γενιά πρόλαβε μια άλλη, δουλεμένη εξ’ ολοκλήρου από τον κύριο Καρποδίνη, από τα τμήματα υποδομής που ο ίδιος δημιούργησε τη δεύτερη διετία συνεργασίας του με τον Παναιτωλικό (1966-1968). Όλα νεαρά ταλαντούχα παιδιά που διάλεγε από τις αλάνες του Αγρινίου και της περιφέρειας. Τη γενιά αυτή καθοδηγήσαμε εμείς οι παλιότεροι με τα ιδανικά του ένδοξου σωματείου μας και για κάποια χρόνια ενώσαμε τις δυνάμεις μας στον αγωνιστικό χώρο. (Τσάμης – Παππάς – Κωνσταντάτος – Κότσαλος – Ράπτης – Τσαμπάς – Μπινιάρης – Μέντας – Κοντοπάνος – Καλαμίδας – Παχής – Γκανιάτσας – Ζαπαντιώτης – Γαλάνης – Καβάγιας – Δενδρινός – Κοτρώτσος – Ντέμος – Ευθυμίου – Γαλανός – Μπριάνης – Σταυρόπουλος – Λάγγαρης – Σταμάτης – Σεϊτανίδης – Τάκος και πολλοί άλλοι).

Ξαναγυρίζω στα ταξίδια που κάποια από τον μικρότερο σε ηλικία ποδοσφαιριστή ως τον μεγαλύτερο δεν ήθελαν να τα χάσουν. Ένα από αυτά ήταν αυτό που είχε προορισμό το «Σμαραγδένιο Νησί», τη μαγευτική Ρόδο. Μια μεσαιωνική πόλη που αποτελεί ακόμη μνημείο αρχιτεκτονικής κατασκευής σύμφωνα με την UNESCO. Μιλάμε βέβαια πάντα για την παλιά πόλη με τα πέτρινα σοκάκια όπως η οδός των ιπποτών που καταλήγει στο παλάτι των μεγάλων Μαγίστρων. Το Ροδίνη ένα απέραντο πάρκο με υπεραιωνόβια δένδρα που φιλοξενούσε εκατοντάδες πουλιά και ζώα. Το ενυδρείο, πολλά μουσεία και μνημεία, τζαμιά, ο φάρος και τα ελάφια στην είσοδο του λιμανιού στη θέση του μυθικού κολοσσού του Ήλιου και τόσα άλλα αξιοθέατα. Για τις χρυσαφένιες παραλίες τι να γράψω! Χιλιόμετρα ολόκληρα γεμάτες από Σκανδιναβές τουρίστριες ( Δεν θυμάμαι εάν ήταν και Σκανδιναβοί). Τα βράδια άνοιγαν αμέτρητα μπαρ, εστιατόρια, καμπαρέ και το ξακουστό Καζίνο αλλά και όμορφα ταβερνάκια. Ακόμα και τώρα με τα παιδιά – τα … τότε παιδιά και νυν παππούδες – συζητάμε καμιά φορά τις ωραίες βραδιές που περάσαμε εκεί.

Η Ρόδος την εποχή αυτή που αναφέρομαι, δηλαδή αρχές του 1960, ήταν και ένας παράδεισος για ψώνια. Κυριαρχούσε η Ιταλική μόδα και γούστο. Αδιάβροχα, καλσόν, ρούχα, ομπρέλες, κοσμήματα, ρολόγια, είδη σπιτιού, ποτά και άλλα πολλά προϊόντα των οποίων οι τιμές ήταν πάμφθηνες, γιατί τα εισήγαγαν χωρίς δασμούς. Για το λόγω αυτό κάθε ένας από εμάς είχε και μια λίστα από παραγγελίες φίλων και γνωστών. Το τελωνείο βέβαια δεν επέτρεπε

να περάσεις πολλά πράγματα αφορολόγητα. Ήταν κοινό μυστικό όμως ότι τα μέλη των ποδοσφαιρικών αποστολών ήταν «φορτωμένα» αφού από παράδοση υπήρχε μια χαλαρότητα στον έλεγχο. Ποτέ δεν είχε παρουσιαστεί πρόβλημα. Σε καμία αποστολή δεν έγινε σωματικός έλεγχος παικτών, αρκεί βέβαια να μην προκαλούσες.

Και τώρα μπαίνουμε στο θέμα μας. Την ποδοσφαιρική περίοδο 1962-1963 ο Παναιτωλικός ήταν στον Α’ Όμιλο (Νότιος) της Β’ Εθνικής ο οποίος είχε 15 ομάδες Άρης Μυτιλήνης – Χίος – Χαλκίδα, κάποιες από Αθήνα και δύο από τη Ρόδο, το Διαγόρα και τον Ροδιακό. Όταν ήρθε η σειρά μας να αντιμετωπίσουμε τον Ροδιακό στην έδρα του, υπήρχε μεγάλη αγωνία στην τελευταία προπόνηση της παρασκευής από εμάς τους μικρότερους σε ηλικία, ποιους θα διαλέξει ο προπονητής μας για αυτόν τον αγώνα, ώστε να μην χάσουμε αυτό το ταξίδι στη Ρόδο που τόσα πολλά είχαμε ακούσει για αυτή. Τυχεροί σταθήκαμε: Παπαποστόλου – Ντόκας – Μπάθας – Σταρακάς, όλοι μαθητές Γυμνασίου 8ης τάξης, σήμερα Γ’ Λυκείου. Όταν πήγα στο σπίτι και ανακοίνωσα όλο χαρά στη γλυκιά μου μάνα για το ταξίδι, άρχισε η γκρίνια. Η βασική αιτία ήταν οι απουσίες γιατί τότε κάναμε σχολείο και το Σάββατο. Κλάφτηκα λίγο, λύγισε, με υποχρέωσε όμως να πάρω κοντά μου τα βιβλία (με το φίλαθλο πατέρα μου είχα συμμαχία).

2
Φωτογραφία από Ρόδο, από αγώνα Διαγόρα – Παναιτωλικού.
Από αριστερά όρθιοι: Χατζής (Φωτογράφος), Θεόδωρος Γούναρης, Γιαννόπυλος, Ντόκας, Καλύβας, Σερμιτζέλης, Δρόσος, Μπάθας, Σταυρόπουλος, Λάγγαρης, Μήτσου Βασίλης, Καρποδίνης.
Από αριστερά καθήμενοι: Ζαρκαβέλης, Σταρακάς, Νικολάου, Κουτσογιάννης, Σταμάτης.

Σάββατο πρωί. Επιτέλους ξημέρωσε, αφού όλη τη νύχτα μέτραγα τις ώρες που χτυπούσε το ρολόι της εκκλησίας του Αγίου Χριστόφορου που τότε λειτουργούσε όλο το 24ωρο. Σε δύο λεπτά ήμουν έξω από τα γραφεία του γηπέδου, που τότε ήταν εκεί που σήμερα είναι η θύρα 5, επί της Προυσιωτίσσης. (το πατρικό μου απέχει από τη θύρα 5 περίπου 50 μέτρα). Το πράσινο λεωφορείο με οδηγό τον φανατικό οπαδό Πάνο Πρεβεζάνο εκεί. Όλα εν τάξει και ξεκινάμε για το αεροδρόμιο για το οποίο θέλαμε 7 ώρες περίπου γιατί η παλιά εθνική οδός ήταν ένας δρόμος στενός με λακκούβες και περνούσε μέσα από πόλεις και χωριά στη διαδρομή για Αθήνα. Παράλληλα είχαμε μια ώρα καθυστέρηση στο φέρρυ μπόουτ, άλλη μια στάση ενδιάμεσα για φαγητό και γενικά τα μακρινά ταξίδια ήταν κοπιαστικά.

Πως περνούσε η ώρα στο λεωφορείο; Το κέφι δεν έλειπε ποτέ. Ο καθένας στο είδος του. Το δίδυμο Γάλλου και Σπύρου Νικολάου (ψείρας) τραγουδούσαν ρεμπέτικα. Ο Κώστας Καλύβας ήταν αστείρευτος σε ανέκδοτα και σόκιν (φανταστικό δίδυμο τερματοφυλάκων Ντόκας – Καλύβας). Ο Φάνης Ζαρκαβέλης σόλο δημοτικό τραγούδι, αλλά και η κουλτούρα δεν μας έλειπε, ανάγνωση βιβλίων, σταυρόλεξα, αινίγματα από τους Μπαρχαμπά – Καμποσιώρα Γιάννη Σκαρτσάρη Γιάννη και από μια ιδιαίτερη Παναιτωλική προσωπικότητα, τον Γιώργο Δούκα. Επίσης πειράγματα μεταξύ μας, μέχρι και «φροντιστήριο» υπήρχε από τους Ζεν Πρεμιέ προς τους μικρούς για το πώς η «στρίγκλα» γίνεται «αρνάκι», χωρίς βέβαια να πέσει στην αντίληψη του Βασίλη Μήτσου αυτή η … ανωτέρου επιπέδου διδασκαλία. Γάλλος και Μήτσου όχι μόνο δύο αστραφτεροί ποδοσφαιρικοί μύθοι αλλά και δύο παιδαγωγοί. Ωραία χαρούμενη ατμόσφαιρα δημιουργούσε ο Τάκης Παπαποστόλου με την κιθάρα και τα χορωδιακά τραγούδια. Ο Τάκης καταξιωμένος μουσουργός σήμερα, έγραψε και τον φανταστικό ύμνο της ομάδας μας.

Το ταξίδι της Ρόδου διαρκούσε για εμάς τρεις μέρες. Τότε όλοι οι αγώνες Α’ και Β’ Εθνικής γίνονταν Κυριακή και μάλιστα την ίδια ώρα. Από Ρόδο για Αθήνα δεν είχε πτήση την Κυριακή απόγευμα ή βράδυ αλλά Δευτέρα απόγευμα. (Η τουριστική έξαρση ήρθε αργότερα). Πρέπει όμως να αναφέρω και τις παραξενιές που είχαν ορισμένοι συμπαίκτες μου. Προτεραιότητα δίνω στο Δημήτρη Μπάθα (Μήτσο). Αυτός ήταν πολύ προληπτικός, μας ζάλιζε με τα όνειρά του ή σημάδια που έβλεπε στο δρόμο παραμονές αγώνων. Όλα τα εξηγούσε και τα συνδύαζε με το αποτέλεσμα του επικείμενου αγώνα λες και ήταν μάντης ή προφήτης. Όπως ταξιδεύαμε λοιπόν για το αεροδρόμιο, με το πράσινο λεωφορείο διασχίζοντας το Κιάτο στο ύψος μιας εκκλησίας μας προσπέρασε μια νεκροφόρα. Αναστατωμένος ο Μήτσος κάνει νόημα σε εμάς τους συνομήλικούς του, πάμε στα τελευταία καθίσματα και μας ανακοινώνει με ύφος Κάλχα, ότι εκτός από απροσδόκητη ήττα στη Ρόδο θα συμβούν και γεγονότα τα οποία όπως είπε δεν μπορούσε να προβλέψει αυτή τη στιγμή. Αυτά βέβαια δεν τα έλεγε στους μεγαλύτερους γιατί θα τον κατηγορούσαν για ηττοπαθή και μοιρολάτρη και σίγουρα θα έχανε από τον προπονητή τη θέση του από την ενδεκάδα. (Eγώ χαμογέλασα ειρωνικά. Με είδε αλλά δεν το σχολίασε).

Το λεωφορείο όμως έφτασε στο Ελληνικό. Το πρώτο μου ταξίδι με αεροπλάνο είναι όνειρο. Από το παράθυρο βλέπω το Αιγαίο, Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, όλα ένας ζωντανός παράδεισος. Το πρωί της Κυριακής μια επίσκεψη στην παλιά πόλη της Ρόδου για ξεμούδιασμα. Πράγματι είναι μια πόλη μαγεία.

Ήρθε γρήγορα η ώρα του αγώνα. Δυνατή ομάδα στην έδρα του ο Ροδιακός. Προηγείται 1-0. Ισοφαρίζουμε με τον μεγάλο Βασίλη Μήτσου σε 1-1. Διανύουμε τα δύο τελευταία λεπτά του αγώνα. Μας πιέζουν πολύ και από μια προβολή του Γιώργου Δούκα η μπάλα βγαίνε κόρνερ. Από τον πάγκο μας κάνουν νοήματα ότι μετά τη φάση αυτή ο αγώνας τελειώνει. Είκοσι παίχτες βρισκόμαστε μεταξύ μεγάλης και μικρής περιοχής μας. Μαρκάρουμε στενά μαν του μαν. Το κόρνερ χτυπιέται χαμηλά και πολύ δυνατά. Η μπάλα βρίσκεται περίπου στο ύψος της άσπρης βούλας του πέναλτυ. Ένας όμιλος από ζευγάρια παιχτών σπρώχνοντας ο ένα τον άλλο κινείται προς αυτή. Το γήπεδο παίρνει φωτιά από τους πανηγυρισμούς φιλάθλων και παιχτών. Εμβρόντητος ο Λαλάκης Ντόκας βλέπει την μπάλα στο γάμα της εστίας του. Εμείς ζούμε έναν εφιάλτη.

3
Από αριστερά: Τεμεκονίδης, Μπαρχαμπάς, Καμποσιώρας Γ.,Μήτσου, Δρόσος, Καλύβας, Νικολάου, Σταρακάς, Μπάθας Δ., Κουτσογιάννης, Παππαδόπουλος(Γάλλος).

Μετά τον αγώνα σε μια αίθουσα του ξενοδοχείου η συνηθισμένη ανάλυση και κριτική από τον προπονητή μας κύριο Σωτήρη Καρποδίνη. Βαριά ατμόσφαιρα. Αμίλητοι όλοι από την πίκρα. Φτάνουμε στη φάση του 2ου γκολ. Ο αυστηρός και τελειομανής προπονητής μας έκανε παρατηρήσεις για τα «ρήγματα» και ατέλειες που διέκρινε στο ατομικό μαρκάρισμα. «Έχουμε πει, πέφτουμε πρώτοι στην μπάλα», λέει ο κύριος Καρποδίνης και συνεχίζει «Θεοφάνη, ήσουν κοντά, τι είδες σε αυτή τη φάση;» ρωτάει τον Φάνη Ζαρκαβέλη. Εγώ κυρ Σωτήρη, λέει ο Φάνης, είδα ένα ΚΙΤΡΙΝΟ ΠΟΔΙ να κεραυνοβολεί τον Λαλάκη. (Στον αγώνα αυτό φορούσαμε κίτρινη φανέλα, μπλε

σορτσάκι και μακριές κίτρινες κάλτσες). Ήδη όμως έχει σηκωθεί ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ο οποίος είπε: «Κυρ Σωτήρη και δεν αδράνησε κανένας και πρώτοι πέσαμε στην μπάλα. Εγώ είμαι ο… σκόρερ. Είχα μέτωπο προς το τέρμα και με προβολή προσπάθησα να ξαναβγάλω την μπάλα κόρνερ. Συγνώμη από όλους». Ο Ανδρέας ένα από τα μεγαλύτερα παλικάρια του συλλόγου μας άφησε την τελευταία του πνοή 25 Νοεμβρίου 1981 σε ηλικία 44 ετών, στο γήπεδο της Παναχαϊκής σε αγώνα παλαιμάχων με τον Παναιτωλικό. Οι εισπράξεις ήταν υπέρ ενός πατρινού παλαίμαχου που ο γιος του αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας.

Ξαναγυρίζω όμως στο ξενοδοχείο που είμαστε όλοι παρέα και ξεδιαλύναμε και τη φάση του 2ου γκολ που δεχτήκαμε. Δίπλα μου κάθονταν ο Μπάθας στον οποίο είπα χαμηλόφωνα: «Ρε Μήτσο σκ…α έφαγες ότι θα έχουμε απροσδόκητη ήττα και θα περάσουμε λαχτάρα;». Αυτό πέρασε, είπε αυτός. Αδιάφορο αγώνα χάσαμε. Μέχρι αύριο το απόγευμα που φεύγουμε κάποιους από την αποστολή περιμένουν άσχημα γεγονότα και σηκώθηκε από τον καναπέ με στυλ προφήτη.

4
Όρθιοι από αριστερά: Τζάνης, Δούκας, Μήτσου, Δρόσος, Ρόκκος, Τσακούμης.
Καθιστοί από αριστερά: Κουτσογιάννης, Παππαδόπουλος(Γάλλος), Μπάθας Χ., Τεμεκονίδης, Νικολάου.

Το βράδυ χωριστήκαμε σε δύο παρέες κατά ηλικία. Τις «μικρές» ώρες, κάπου σμίξαμε και οι μεγάλοι μας πήραν κοντά τους στον Τούρκικο μαχαλά στα σοκάκια της παλιάς πόλης. Αξέχαστο βράδυ. Απών φυσικά ο Βασίλης Μήτσου που ειδικά τους μεγαλύτερους, νυκτόβιους τους ανέβαζε νυκτόβιους τους κατέβαζε. Μπροστά του όλοι … σούζα. Μεγάλη προσωπικότητα! Απών

επίσης ο προπονητής – παιδονόμος κύριος Καρποδίνης που κλείστηκε στο δωμάτιό του πενθώντας για την ήττα. (Μέγας επαγγελματίας προπονητής και φανατικός Παναιτωλικός μέχρι και σήμερα. Το ίδιο και η οικογένειά του).

Ήρθε όμως απόγευμα δευτέρας και στην κανονική ώρα αναχώρησης βρισκόμασταν στην αίθουσα αναμονής. Ο καθένας μας ζύγιζε πάνω από 4-5 κιλά από το κανονικό του βάρος από τα ψώνια που είχαμε πρόχειρα κρύψει γύρω από τη ζώνη μας, σε εσωτερικές τσέπες, μέσα από πουκάμισα και μπλούζες. Ήμασταν σαν ρομπότ. Από τα μεγάφωνα καλούν ονομαστικά τρεις συμπαίκτες μας να περάσουν από το γραφείο του κυρίου Τελώνη. Ίσως για κάποιες διατυπώσεις με την ταυτότητα ή εισιτήρια. Οι υπόλοιποι περάσαμε από ένα υποτυπώδη έλεγχο και κατευθυνθήκαμε προς το αεροπλάνο που ζέσταινε τις μηχανές του. Ξαφνικά ακούμε σειρήνα περιπολικού. Γυρίζουμε τα μάτια και βλέπουμε μια αστυνομική κλούβα να σταματάει έξω από την πίσω πόρτα του γραφείου του Τελώνη από την οποία ξεπροβάλλουν οι τρεις συμπαίκτες μας με συνοδεία αστυνομικών και τους επιβιβάζουν στην κλούβα. Είναι οι Φάνης Ζαρκαβέλης, Κώστας Καλύβας, Μήτσος Μπάθας. Ανήσυχοι από το αναπάντεχο γεγονός πάμε να τους συναντήσουμε αγνοώντας το κάλεσμα για επιβίβαση. Η κλούβα όμως έφυγε, αλλά λίγο πιο κάτω σταμάτησε, μέχρι να έρθει ο φρουρός της πύλης να σηκώσει την μπάρα εξόδου. Ακούω κάτι στριγκλιές από τον Μπάθα να με καλεί. Τρέχω γρήγορα και τον φτάνω. Βγάζει το χέρι του από την συρμάτινη πίσω πόρτα με τα μεγάλα ανοίγματα και μου δίνει ένα κουτάκι. Πάρε το δώρο μου λέει και δώσε το στην Παν… Το περιμένει αύριο την Τρίτη ώρα που έχει γυμναστική στο πίσω προαύλιο. (Μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1960 το Αγρίνιο είχε ένα μόνο Γυμνάσιο αρρένων – εξατάξιο – και ένα θηλαίων τα οποία στεγάζονταν σε διαφορετικά κτήρια στα Παπαστράτεια Εκπαιδευτήρια).

Γυρίζω να κάνω σπριντ γιατί οι υπάλληλοι της Ολυμπιακής είναι έτοιμοι να απομακρύνουν τις σκάλες επιβίβασης. «Ένα λεπτό», μου φωνάζει ο Μήτσος και πολύ γρήγορα μου λέει: Ξέρεις ποιος φταίει για αυτή τη δοκιμασία που περνάμε εμείς οι τρεις; Και αμέσως έδωσε και την απάντηση: «Η που…α η νεκροφόρα του Κιάτου. Ποτέ δεν λαθεύω στις προβλέψεις μου, μου λέει με θριαμβευτικό ύφος. Όταν τα προέβλεπα αυτά εσύ χαμογελούσες ειρωνικά. Τώρα ρε … άπιστε τι έχεις να πεις; Καλό κουράγιο… ΚΑΛΧΑ του είπα και έφυγα με σπριντ.

Βασίλης Σταρακάς,

Παλαίμαχος ποδοσφαιριστής ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΚΟΥ.

Υ.Γ. 1

Την Πέμπτη οι «3» ήρθαν κατ’ ευθείαν από το ΚΤΕΛ για προπόνηση και στα αποδυτήρια έγιναν δεκτοί με θυελλώδη χειροκροτήματα. Όπως μας διηγήθηκαν τους μετέφεραν στο Αστυνομικό τμήμα της Ρόδου. Σε λίγο έγινε γνωστό το συμβάν στην πόλη και κατέφτασε η διοίκηση του Ροδιακού με τον νομικό σύμβουλό της. Αμέσως ήρθαν και οι ποδοσφαιριστές του Ροδιακού και πολλοί φίλαθλοι. Οι ποδοσφαιριστές πλήρωσαν πρόστιμα – δασμούς εγγύηση αφού πάντα όταν επιστρέφαμε από Ρόδο δεν μας περίσσευαν ούτε για… τσίχλες. Αφέθηκαν ελεύθεροι , μέχρι την Τετάρτη φιλοξενούμενοι των ποδοσφαιριστών. «Περάσαμε δύο βράδια μαγικά» μας είπαν και ακόμη ότι ήταν πολύ υποχρεωμένοι στα παιδιά του Ροδιακού. (Τότε έκανα τη σκέψη στον επόμενο αγώνα με το Διαγόρα να φορτωθώ απαγορευμένα είδη και να πάω μόνος μου να παραδοθώ στον Τελώνη). Την Τετάρτη στο αυτόφωρο – παρωδία οι «3» αθωώθηκαν παμψηφεί.

Υ.Γ. 2

Ξέχασα να αναφέρω παραπάνω ότι όταν οι «3» μπήκαν στα αποδυτήρια σηκώθηκε ο Βασίλης Μήτσου, ο οποίος τους είχε φορτώσει και με δικές του παραγγελίες, και τους προϋπάντησε με τα εξής λόγια:

« Καλώς τους ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΟΥΣ».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε Επίσης

Back to top button