sliderΆποψηΡοή Ειδήσεων

Αγρίνιο και περιφερειακά πανεπιστήμια: Μία σύντομη θεώρηση του ζητήματος

Γράφει ο Ηλίας Δ. Ντζάνης*

Η περιπέτεια των πανεπιστημιακών σχολών του Αγρινίου, αλλά και η ταχύτητα κατάργησης ενός πανεπιστημίου – εννοούμε το Πανεπιστήμιο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας- δεν νομίζουμε να έχει ανάλογο προηγούμενο, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά διεθνώς. Πανεπιστημιακά τμήματα ή σχολές καθώς και αυτόνομα πανεπιστήμια λειτουργούν σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, χωρίς τα ιδρύματα αυτά να αντιμετωπίζουν τόσα προβλήματα, όσα γενικά οι σχολές της τριτοβάθμιες εκπαίδευσης στη πόλη μας. Παρότι δεν κατανοούμε τη ιδιαιτερότητα αυτή του Αγρινίου σε σχέση με τις άλλες πόλεις της Ελλάδος, όπου λειτουργούν

πανεπιστημιακά τμήματα ή σχολές αφότου άρχισε εδώ και δεκαετίες η εξακτίνωση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων σε πόλεις της υπαίθρου χώρας, θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα αυτό με όση αντικειμενικότητα μπορούμε, χωρίς τοπικιστικά συμπλεγματικά σύνδρομα. Ούτε επίσης θα ασχοληθούμε με τις διεκδικήσεις άλλων πόλεων της χώρας μας. Εμείς στη μικρή αυτή παρέμβαση θα επικεντρωθούμε αποκλειστικά στα του οίκου μας, αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Επειδή το θέμα είναι πολύ μεγάλο με πολλές πτυχές  και δυστυχώς εξακολουθεί να παραμένει σε εκκρεμότητα, φρονούμε, ότι δεν είναι άσκοπο να ανακινηθεί και να τεθεί σε δημόσιο διάλογο, – σε τοπικό επίπεδο τουλάχιστον όπως τελευταία και από άλλους επιχειρείται, έστω και έμμεσα – με σκοπό μήπως κάποτε σε αυτό τον παραγκωνισμένο  τόπο καταφέρουμε να δημιουργήσουμε κάτι που να ξαναφέρει τη πρόοδο και την αισιοδοξία στους πολίτες του.

Επίσης, θεωρούμε απαραίτητο να τονίσουμε πώς, παρά τις τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες που επέφερε η σχεδόν δεκαετής βαθιά χρεοπιστωτική κρίση στη χώρα μας και η εν συνεχεία αυτής παγκοσμίων διαστάσεων σημερινή υγειονομική και οικονομική θύελλα ως συνέπεια της πανδημίας του  Covid-19, δεν είναι σπατάλη χρόνου και δυνάμεων μια δημιουργική συζήτηση πάνω σε ένα καίριας σημασίας θέμα για την πόλη του Αγρινίου και τη περιοχή της Δυτικής Ελλάδας. Άλλωστε η ζωή ποτέ δεν σταματάει και πιστεύουμε, πώς γρήγορα θα αναδειχθούν καινούργιες ευκαιρίες για όσους έχουν την πρόνοια να σχεδιάζουν και να προετοιμάζονται για το μέλλον ακόμα και στις πιο ζοφερές ιστορικές περιόδους. Με βάση αυτές τις εισαγωγικές αναφορές, και ως απλοί πολίτες και τίποτε περισσότερο,  καταθέτουμε ορισμένες σκέψεις, αποτέλεσμα μιάς μικρής εμπειρίας που αποκτήσαμε κατά την πάνω από τρείς δεκαετίες υπηρεσία μας στην εφαρμοσμένη έρευνα και την επί μακρόν υπηρεσιακή συνεργασία μας με πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα της χώρας μας και του εξωτερικού στον τομέα, φυσικά, των γεωπονικών επιστημών.

Εισαγωγικά, επίσης, θεωρούμε δεοντολογικά απαραίτητο – και είναι προσωπική αρχή του γράφοντος – να θέσουμε υπόψιν του κάθε αναγνώστη το πλαίσιο και τη βάση αυτής της παρουσίασης/παρέμβασης, που συνοψίζεται επιγραμματικά στο εξής: Δεν αναζητούμε το «ΤΙΣ ΠΤΑΙΕΙ». Γιατί σε τίποτε δεν ωφέλησε τη χώρα μας και το λαό της αυτή η σχεδόν έμμονη ιδέα των Ελλήνων και το σε βασανιστικό βαθμό διαχρονικά επαναλαμβανόμενο ανωτέρω ερώτημα για τα προβλήματα, ή τα λάθη της πολιτείας και των ηγετών μας. Την απάντηση σε αυτό το ιστορικό ερώτημα θέμα το έχουν αναλάβει άλλοι, ορισμένοι μάλιστα εργολαβικά αγιοποιώντας ή δαιμονοποιώντας πρόσωπα και καταστάσεις.

Αντίθετα, και σε προσωπικό επίπεδο πάντα, πιστεύουμε ακράδαντα πώς πρέπει να καθιερωθεί στη κοινωνική ζωή και πολιτική μας πρακτική το «ΤΙ ΠΤΑΙΕΙ». Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά χωρίς ψυχοπαθολογικούς φανατισμούς, όπου όλοι θέλουμε ¨να κρεμάμε καμμιά δεκαριά κάθε μέρα¨, βγαίνοντας βέβαια έτσι και οι  ίδιοι έξω από τις προσωπικές μας ευθύνες. Κοντολογίς λοιπόν, και κυρίως για να εκτονωθούμε, αφού νοοτροπίες αιώνων είναι δύσκολο να εκριζωθούν, ας δεχθούμε πώς όλοι φταίμε και ταυτόχρονα πως όλοι είμαστε αθώοι για ό,τι στραβό έγινε σε αυτή τη χώρα, αλλά  και στη πόλη μας ειδικά κατά την ιστορική μας εξέλιξη και πορεία.

Ας αλλάξουμε λοιπόν κατά ένα σίγμα το ερώτημα και ας προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε ΤΟ ΤΙ ΦΤΑΙΕΙ για το γεγονός της κακοδαιμονίας που κατατρύχει εδώ και δεκαετίες τη πόλη μας στο τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπως εισαγωγικά σημειώσαμε:

1ον. Η κεντρική διοίκηση και οι πολιτικές ηγεσίες  κατά τις τελευταίες δεκαετίες αντιμετώπισαν τα πανεπιστήμια με μικροπολιτικά και μικροοικονομικά κριτήρια (τόνωση τοπικής κατανάλωση και ζήτησης, ενοικιαζόμενα δωμάτια, εύκολη αντιμετώπιση της ανεργίας με ανάδειξη προμηθευτικών επαγγελμάτων, τακτοποίηση πλεονάζοντος αριθμού διδακτόρων, τακτοποίηση ημετέρων κ.λ.π.) Στη πλειονότητα οι σχολές, ή τα πανεπιστήμια, ήταν αποτέλεσμα κομματικών επιλογών χωρίς ουσιαστικά κανένα επιστημονικά τεκμηριωμένο σχέδιο περιφερειακής ανάπτυξης και οργανωμένου εκπαιδευτικού προγραμματισμού. Και για να πούμε την αλήθεια στην περίπτωση του Αγρινίου η ακαδημαϊκή εκπαίδευση αντιμετωπίστηκε σαν το «φούρνο του Χότζα»:  Πάτρα -ΙωάννιναΑυτόνομο Πανεπιστήμιο – Πάτρα – προσθήκη  και κατάργηση σχολών, κ.λ.π.

Οι αμήχανες αυτές ενέργειες δεν είναι παρά τρανή απόδειξη της ανυπαρξίας ούτε καν ενός απλού εκπαιδευτικού πλάνου για τις επαγγελματικές προοπτικές των εκπαιδευόμενων. Οι διάφορες επιτροπές, που σχηματίστηκαν για την επίλυση του θέματος, έδωσαν την εντύπωση ότι έρχονταν για να δικαιολογήσουν εκ των υστέρων πολιτικές επιλογές και ότι λειτουργούσαν υπό το κράτος πίεσης μιάς  υπέρτερης κομματικής επιταγής, που δυστυχώς λειτούργησε και λειτουργεί στην αντίληψη και το πνεύμα συνθημάτων παλιών σκοτεινών εποχών.

Έτσι προέκυψε «κάθε λοιπόν κωμόπολη και πανεπιστημιακή σχολή», αρκεί αυτό να υποστηρίζεται από ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες. Αντίθετα, εμείς φρονούμε πως είναι γενικά αποδεκτό, ότι τα πανεπιστημιακά τμήματα, σχολές ή αυτόνομα πανεπιστήμια πρέπει να είναι κυψέλες ακαδημαϊκής δράσης, δημιουργίας γνώσης και τεχνολογίας και όχι ευκαιρίες για ενοικιαζόμενα δωμάτια και καφετέριες ή, – και γιατί όχι – και για καθηγητοποποίηση κάποιων «δικών μας».

Πέρα από την επιλογή και οργάνωση  του επιστημονικού πεδίου, η δημιουργία ακαδημαϊκού περιβάλλοντος με κτιριακές εγκαταστάσεις, βιβλιοθήκες, εργαστήρια, αθλητικούς χώρους, υποδομές φιλοξενίας κ.λ.π. πρέπει να είναι στους κύριους στόχους τόσο της σχεδιάζουσας αρχής όσο και της τοπικής κοινωνίας, που θα κληθεί, ή που επιζητεί, να φιλοξενήσει το οποιοδήποτε εκπαιδευτικό ή ερευνητικό ίδρυμα. Και αυτό δυστυχώς δεν μπορεί να συμβεί σε πολύ μικρές πόλεις και κωμοπόλεις, όσο καλή διάθεση και αν υπάρχει. Εξάλλου, για να είμαστε ρεαλιστές, ο κάθε σπουδαστής, αλλά και καθηγητής, δεν είναι ερημίτης και είναι απόλυτα φυσικό να επιζητεί και να απαιτεί ένα ευχάριστο και ενδιαφέρον αστικό περιβάλλον διαμονής, εργασίας, σπουδών και εκπαίδευσης.

Εν ολίγοις, η διασπορά μικρών σχολών και τμημάτων, πέραν των άλλων, δεν βοηθά ούτε στη δημιουργία ευάριθμης ακαδημαϊκής κοινότητας, ούτε στην διεύρυνση της κοσμοαντίληψης και της – κατά μία διευρυμένη έννοια -«θύραθεν παιδείας» των σπουδαστών με βιωματικό τρόπο. Προσέτι, και καθόλου αμελητέο, η διασπορά αυτή οδηγεί σε σπατάλη πόρων και όχι σε οικονομία δυνάμεων και υποδομών, όπως π.χ. κοινές εργαστηριακές υποδομές, κοινές βιβλιοθήκες, φοιτητική λέσχη, κ.λ.π. Συμπερασματικά, η μεγάλη διασπορά σχολών και τμημάτων ενός πανεπιστημίου σε μικρές πόλεις και κωμοπόλεις δεν είναι οργανωτικά, οικονομικά και εκπαιδευτικά λειτουργικό σχήμα.

2ον. Το Αγρίνιο, ως αστικό και εμπορικό κέντρο, καλώς ή κακώς, αναπτύχθηκε και στηρίχθηκε αποκλειστικά σχεδόν πάνω στον καπνό, ένα προϊόν που, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, οι ίδιοι οι κάτοικοι της περιοχής μας εγκατέλειψαν χάριν των άκοπων επιδοτήσεων μέσω του συστήματος της «ολικής αποσύνδεσης της παραγωγής από τις ενισχύσεις» και της κατοχύρωσης των λεγόμενων «ιστορικών δικαιωμάτων». Η εγκατάλειψη αυτή δεν συνοδεύτηκε από νέες οικονομικές δραστηριότητες, είτε αυτές αφορούσαν τον πρωτογενή τομέα ή τους άλλους τομείς της οικονομίας, όπως θα περίμενε κανείς. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις ρωμαλέων επιχειρηματιών που επιμένουν να ενεργοποιούνται σε αυτή τη πόλη, αλλά σε άλλους τομείς του δευτερογενούς τομέα της οικονομίας, δεν αναιρεί τον κανόνα.

Για το τομέα του τουρισμού στη πόλη μας δεν  νομίζουμε, ότι μπορεί να γίνει  σοβαρή συζήτηση καθώς, δυστυχώς, και για άλλους κλάδους της οικονομίας,  όπως ο τομέας των υπηρεσιών, των τεχνολογιών αιχμής, κ.λ.π. Συνακόλουθα, και σε συσχέτιση με το θέμα που μας απασχολεί, θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, πως στις περιόδους της ευμάρειας η πόλη δεν έδειξε το προνοητικό ενδιαφέρον για την σθεναρή και τεκμηριωμένη διεκδίκηση ανάπτυξης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αντιλαμβανόμαστε βέβαια, πως στη τοποθέτηση αυτή θα υπάρξουν αντιρρήσεις και θα προβληθούν «αγωνιστικές περγαμηνές». Όμως προλαβαίνοντας θα θυμίσουμε, πως: «πρός  γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πρίν υπαρξάντων κρίνεται». Και το «τελευταίον εκβάν» δεν δικαιώνει κανέναν.

Παρόμοια, και οι πανεπιστημιακές σχολές της πόλης δεν κατάφεραν να πραγματώσουν μια δημιουργική ώσμωση με τις παραγωγικές και κοινωνικές δυνάμεις της πόλης. Και για την αντιμετώπιση αυτής της έλλειψης δεν βοήθησε όσο έπρεπε καμία πλευρά. Θέλοντας όμως να είμαστε πιο δίκαιοι και αντικειμενικοί θα πρέπει να τονίσουμε, πως το πανεπιστήμιο Αγρινίου ή Δυτικής Ελλάδας, δεν χάθηκε μόνο από τις ολιγωρίες της τοπικής κοινωνίας, αλλά δυστυχώς εγκαταλείφθηκε και από την πολιτεία στο όνομα περιφερειακών κομματικών ισορροπιών. Το ίδιο συμβαίνει ακόμα και σήμερα με τα απομεινάρια του να συνθλίβονται στα γρανάζια των τοπικιστικών ανταγωνισμών μεταξύ των επαρχιακών πόλεων της Δυτικής Ελλάδας.

Όλα τα ανωτέρω καθώς και άλλοι παράγοντες, που δεν είναι του παρόντος, συνετέλεσαν ώστε το Αγρίνιο να βρίσκεται σε προϊούσα οικονομική παρακμή. Θα τολμούσαμε δε να ισχυριστούμε, πως η πόλη διατελεί κάτω από ένα,  συνεχόμενο από το 2000 και μετά, κοινωνικό και πολιτισμικό σοκ, κινδυνεύοντας να ξαναγίνει Βραχώρι. Όσοι δεν το βλέπουν εθελοτυφλούν επικίνδυνα. Η κατάσταση βέβαια αυτή, όχι μόνο της πόλης, αλλά και της ευρύτερης περιοχής, όπως   ανωτέρω σκιαγραφείται, δεν συνιστά από  μόνη της τον ουσιαστικότερο λόγο για την ανάπτυξη,  ή μη, πανεπιστημιακών σχολών.  Μπορεί όμως  να αποτελέσει, και είναι, ένας  πολύ σημαντικός λόγος και αφορμή  για να δρομολογηθεί η ανάπτυξη ενός πρωτοπόρου σχήματος τριτοβάθμιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στη πόλη, που θα ανοίξει νέους ορίζοντες όχι μόνο για τη περιοχή, αλλά και για τη χώρα ευρύτερα..

3ον. Επειδή αναφερθήκαμε στις ευθύνες της τοπικής κοινωνίας συλλογικά, δεν θα ήταν δίκαιο να μην αναφερθεί και μία άλλη παράμετρος που έχει το δικό της ενδιαφέρον και βαρύτητα για τη μη καλή πορεία των πανεπιστημιακών σχολών του Αγρινίου, και όχι μόνο. Αυτή η παράμετρος έχει σχέση με την ελεγχόμενη, ως  δεοντολογικά και ηθικά σωστή, συμπεριφορά πολλών καθηγητών, που ενώ «χρησιμοποίησαν» τις σχολές της πόλης μας για την επιλογή και την ανέλιξή τους στην ακαδημαϊκή τους πορεία, στη συνέχεια τις εγκατέλειψαν, χωρίς να δείξουν περαιτέρω το προσήκον ενδιαφέρον, όπως θα περίμενε κανείς. Βέβαια αυτό δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα για το Αγρίνιο, αλλά και για άλλες πόλεις της Ελλάδας, όπως και δεν μπορεί κανείς να στερήσει από κάθε εργαζόμενο πανεπιστημιακό δάσκαλο την αξιοποίηση των ευκαιριών για την επαγγελματική του εξέλιξη.

Δεν γνωρίζουμε, όμως αν θα μπορούσαν οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι να ακολουθήσουν τη τακτική αυτή με τόση ευκολία σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Αλλά, πέραν των δεοντολογικών και ηθικών συμπεριφορών που δεν επιβάλλονται, νομίζουμε πως οι ιπτάμενοι καθηγητές δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να συμβάλλουν στην έρευνα και την ανάπτυξη, ιδίως των θετικής κατεύθυνσης επιστημονικών πεδίων. Φρονούμε συνεπώς, – πιθανόν για κάποιους και λάθος – πως η έρευνα και η εκπαίδευση θέλει αφοσίωση. Και αυτή δεν διασφαλίζεται ούτε με εξ αποστάσεως επίβλεψη, ούτε όταν ο νους μας είναι στη φυγή. Βέβαια, το θέμα αυτό ίσως να μην μπορεί να λυθεί νομικά, αλλά δεν παύει να είναι ένα πρόβλημα για τα περιφερειακά πανεπιστήμια.

Παράλληλα, δεν παραγνωρίζουμε επίσης τις νέες παραμέτρους που εισάγει στην εκπαίδευση η τεχνολογία με τη τηλεδιδασκαλία ή τηλεκπαίδευση, Αλλά τότε θα συζητάμε για άλλης μορφής εκπαίδευση και ένα τελείως διαφορετικό πανεπιστήμιο. Όμως και πάλι δεν πρέπει να αδικήσουμε κανέναν. Υπήρξαν και υπάρχουν ακαδημαϊκοί δάσκαλοι των σχολών που εδρεύουν στο Αγρίνιο, που όχι απλά εργάζονται ευσυνείδητα στο τομέα τους, αλλά και ενδιαφέρονται σφόδρα για την τύχη και ανάδειξη των πανεπιστημιακών σχολών της πόλης μας. Δεν ξέρω όμως πόση αναγνώριση και ανταπόκριση βρίσκουν. Ίσως, όχι αυτή που χρειάζονται ηθικά και πρακτικά. Πρέπει, όμως μέσα από τις λίγες αυτές γραμμές, να τους ευχαριστήσουμε δημόσια, έστω και ανώνυμα, για το ενδιαφέρον, το πείσμα και τον αγώνα που δίνουν. Χρειάζονται τη στήριξη όλων μας.

4ον.Επειδή όμως πρέπει να είμαστε και πραγματιστές, θα πρέπει να δεχθούμε επί πλέον και ορισμένες ακόμη αλήθειες, όχι όμως αμελητέες, όπως:

    Ι). Πιστεύει κανείς ότι το οποιοδήποτε Πανεπιστήμιο – Πατρών τώρα και παλιά, ή των Ιωαννίνων πιο πρόσφατα –  θέλει, ή και αν θέλει μπορεί, να ενδιαφερθεί για την ανάπτυξη κτιριακών εγκαταστάσεων στο Αγρίνιο? Έχουμε κάποια ένδειξη ότι υπάρχει ή ότι υπήρχε σοβαρό ενδιαφέρον από τα ανωτέρω ιδρύματα προς την κατεύθυνση ανέγερσης νέων μόνιμων εγκαταστάσεων που δεν είναι γνωστή στους πολίτες του Αγρινίου ? Θα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη αν υπάρχει κάτι τέτοιο. Προσωπικά πιστεύουμε, πως τα πανεπιστήμια αυτά πρώτα θα θελήσουν να καλύψουν τις ανάγκες των κεντρικών τους εγκαταστάσεων και πως κανείς πρύτανης ή ακαδημαϊκός δεν θα επιδιώξει να μπει σε έναν μακροχρόνιο αγώνα για να χτίσει εγκαταστάσεις σε μία μακριά από την βασική του έδρα του πόλη.(Για να είμαστε ειλικρινείς, ο υποφαινόμενος πιστεύει, πως «κατά βάθος» οι περισσότερες – ευτυχώς όχι όλες – διοικήσεις από τα ανωτέρω πανεπιστήμια θα ήταν πολύ ευτυχείς αν μπορούσαν να κλείσουν όλες αυτές τις περιφερειακές σχολές και να απαλλαγούν από αυτά τα βάρη).

ΙΙ). Η πολιτεία, ή το κράτος αν θέλετε, έχει την ευχέρεια ή την πολιτική βούληση, μετά την οικονομική κρίση που περάσαμε και περνάμε, να χρηματοδοτήσει ένα πανεπιστημιακό συγκρότημα σε μία επαρχιακή πόλη, χωρίς μάλιστα αυτό να μην   ξεσηκώσει άλλες πόλεις της χώρας με ανάλογα αιτήματα? Εμείς δεν το θεωρούμε πολύ πιθανό. Περισσότερες  πιθανότητες υπάρχουν να παραπέμπεται το θέμα αυτό στις ελληνικές καλένδες. Ό,τι δεν έγινε στην εποχή των «παχέων αγελάδων», πιστεύει κανείς, όσο καλοπροαίρετος και αν είναι, πως θα υλοποιηθεί σήμερα  σε μία εποχή δραματικής οικονομικής κατάστασης? Μακάρι.

ΙΙΙ) Η πόλη μας δυστυχώς δεν είναι ελκυστική για τους κάθε είδους επισκέπτες, σε αντίθεση με την ευρύτερη περιοχή της Αιτ/νίας, που με τις φυσικές της ομορφιές δημιουργεί λάτρεις. Δεν θα αναφερθούμε στην «ασχημούλα του κάμπου», ούτε στις εντυπώσεις του μακαρίτη Άγγελου Δεληβοριά ως μέλους της διοικούσας επιτροπής του Πανεπιστημίου Αγρινίου.(Μία συνέντευξη του μ. Άγγελου Δεληβοριά υπάρχει ακόμα αναρτημένη στο διαδίκτυο, όπου μπορεί κανείς να την αναζητήσει). Κάποτε πρέπει να δούμε και τις δικές μας ευθύνες για την εικόνα της πόλης. Και η εικόνα αυτή, που αντανακλά μία πραγματικότητα, δεν είναι δημιούργημα ενός μόνο προσώπου ή ενός μόνο φορέα. Είναι αποτέλεσμα διαχρονικών δυσλειτουργιών, παραλείψεων αλλά και ατομικιστικής νοοτροπίας που διαπότισε μεγάλα στρώματα της τοπικής κοινωνίας, ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Για παράδειγμα, εκτός από την συγκοινωνιακή «παράλειψη» μιάς πόλης και μίας περιοχής με πληθυσμό σχεδόν 100.000 κατοίκων από τον αυτοκινητόδρομο ¨Ιόνια Οδός¨, ήταν σωστή – διαχρονικά πάντοτε –  η διαχείριση των βιομηχανικών κτιρίων, των κρατικών κτιρίων, του πάρκου, των πολιτιστικών μνημείων, των αρχαιολογικών χώρων, της πολεοδομικής συγκρότησης, των δημοσίων χώρων και τόσων άλλων σοβαρών θεμάτων του ευρύτερου δήμου Αγρινίου, που θα έπρεπε να είναι πρώτο μέλημα όλων μας? Και όταν ισχυριζόμαστε όλων μας, το εννοούμε όλων μας. Πόσο συμμετέχει ο καθένας από μας στις συλλογικές και κοινωνικές  δράσεις και πόσο συνδράμει τις πολιτιστικές πρωτοβουλίες? Ποιά η συμμετοχή μας στα κοινά με την ευρύτερη έννοια του όρου και όχι μόνο με την έννοια της κομματικής- πολιτικής δράσης? Συνακόλουθα, πως ζητάμε από ξένους να αγαπήσουν και να εγκατασταθούν στη πόλη μας, όταν εμείς κυριολεκτικά την εγκαταλείπουμε για τρείς σχεδόν μήνες το καλοκαίρι?  Στη νεοπλουτική εποχή μας – και στη πόλη μας φυσικά – η έννοια του «ευπατρίδη», με το χαρακτήρα όχι της καταγωγής και του πλούτου, αλλά της αγάπης για τη «γενέθλια γή», έχει σχεδόν εκλείψει. Το Αγρίνιο και σήμερα χάνει τα παιδιά του, αφού πρώτα έχασε μεταπολεμικά αρκετούς θιασώτες μιας νεωτερικής αστικής ανάπλασης της πόλης. Η επωνυμία και η διαφάνεια, συνοδά στοιχεία της ζωής στις επαρχιακές πόλεις,  και μια  γενικευμένη κατά την εποχή εκείνη κοσμοαντίληψη περί αστισμού, βάρυνε πολύ στις επιλογές των κατά τεκμήριο δημιουργικών στρωμάτων. Έτσι, επιστήμονες, επαγγελματίες, γαιοκτήμονες και άλλα ανήσυχα και δημιουργικά άτομα, εγκατέλειψαν τη πόλη χάριν μίας αστικής ζωής στις πυκνοδομημένες συνοικίες κυρίως της Αθήνας. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, από όλη αυτή την εν πολλοίς και βίαιη αστικοποίηση, δεν υπήρξαν σημαντικά πρόσωπα που να έχουν εκδηλώσει έστω και ένα νοσταλγικό, αλλά ουσιαστικό – όχι απαραίτητα οικονομικό – ενδιαφέρον για το τόπο καταγωγής τους. Δεν επιχειρούμε να μεταφέρουμε ευθύνες των κάθε είδους ηγεσιών στους απλούς πολίτες. Αλλά στις δημοκρατίες οι πολίτες είναι ενεργοί και όχι απλά ενεργούμενα. Δεν έχουν μόνο δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις.  Όχι μόνο αυτές που επιβάλλει ο νόμος, αλλά και ηθικές υποχρεώσεις που επιτάσσει η κοινωνική συνύπαρξη και οι ανάγκες για τη βελτίωση της πορείας των επόμενων γενεών. Αντίστοιχα, θα ήταν άδικο να μην επαινεθούν ανώνυμοι και επώνυμοι επιχειρηματίες, εργαζόμενοι και παραγωγοί, ντόπιοι και επήλυδες, (δεν αναφέρουμε ονόματα, γιατί θα αδικούσαμε αρκετούς, που πιθανότατα θα    ξεχνούσαμε) και γενικά δημιουργικοί πολίτες, δημόσιοι λειτουργοί, επαγγελματίες, άνθρωποι απλοί του μόχθου και της δωρεάς ταλέντου, και τέλος οι απλοί ενεργοί κάτοικοι της περιοχής μας,  που επιμένουν να ζουν και να δραστηριοποιούνται  ό καθένας από τη μεριά του «εφ΄ ω ετάχθη». Όλοι αυτοί δημιουργούν και προσφέρουν  υπηρεσίες διαφημίζοντας την πόλη και την περιοχή. Αυτούς πρέπει να τους αγκαλιάσει η τοπική κοινωνία  και ηγεσία, και όχι να τους αντιμετωπίζει με συμπλεγματική νοοτροπία. Έτσι μπορεί να  αντιστραφεί η άσχημη εικόνα της πόλης. Δεν αμφισβητούμε την αγάπη των πολιτών για τον τόπο τους. Αντίθετα, πιστεύουμε πως για να ενεργοποιηθεί αυτή η αγάπη και ο ζήλος δημιουργικά χρειάζεται συλλογικότητα, πρωτοβουλίες, συσπείρωση δυνάμεων και επιμονή στους στόχους.

Διατρέχοντας και συνοψίζοντας, λοιπόν, τα ανωτέρω ίσως κάποιος ισχυριστεί πως η δημιουργία ενός πανεπιστημίου στη πόλη μας, που είναι και ο απώτερος σκοπός αυτής της παρέμβασης, είναι πλέον μία φενάκη. Ένας μάταιος κόπος. Σε προσωπικό επίπεδο πιστεύουμε το αντίθετο. Χρειάζεται όμως, ως κοινωνία όπως προαναφέραμε, να βγούμε από τη ατομική  μας εσωστρέφεια και μικρότητα. Να καταγράψουμε – και επιμένουμε σε αυτό – το ΤΙ ΦΤΑΙΕΙ για το χρόνιο αυτό πρόβλημα και να αναλάβουμε δράσεις και πρωτοβουλίες έξω από τις καθιερωμένες πρακτικές.

Να συνεγείρουμε πρόσωπα και να συνασπίσουμε δυνάμεις. Να αποδείξουμε στη κεντρική διοίκηση ότι αυτό μας αξίζει, γιατί είναι δικό μας δημιούργημα. Και το κυριότερο, κάτι δηλ. που σχετίζεται με την αιώνια παθογένεια του λαού μας που είναι ο κοινωνικός και ατομικός φθόνος: να ενστερνιστούμε ότι την όποια επιτυχία δεν θα την καρπωθεί κανένας προσωπικά, αλλά συλλογικά η πόλη, η περιοχή και πάνω απ΄ όλα  η επιστήμη, η έρευνα, τεχνολογία, η ίδια η χώρα. Δεν πρέπει να βλέπουμε μέχρι το «αυλάκι».

Δεν πρέπει το πανεπιστήμιο να είναι μια ακόμα τοπικιστική διεκδίκηση, αλλά μια πρωτοβουλία, πρότυπο δράσης, για το μέλλον. Δεν παραβλέπουμε τα χρόνια διοικητικά και νομικά προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί στο κυριολεκτικά λαβυρινθώδη τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και τη διοικητική μηχανή της χώρας. Προβλήματα που εξυπηρετούν μόνο μία αρρωστημένη τελματώδη ακινησία και που τελικά οδηγούν στη παρακμή. Όμως πιστεύουμε πως έχει ωριμάσει ο χρόνος να επιχειρήσουμε, τοπική κοινωνία και πολιτεία, μία έξοδο από αυτό το τέλμα των παλινωδιών και της στασιμότητας. Η Αιτωλία έχει αναδείξει σε πολύ πιο  σκοτεινούς και χαλεπούς χρόνους την αξία της παιδείας στην αναγέννηση της χώρας με τη δράση ισχυρών προσωπικοτήτων που γέννησε. Σήμερα, πιστεύουμε πως ο ίδιος χώρος μπορεί να δείξει το δρόμο προς την αναδημιουργία, όχι μόνο της περιοχής αλλά και της χώρας, με τη ίδρυση ενός πιλοτικού, νέου, πρότυπου πανεπιστημιακού ιδρύματος. Ίδρυμα,  που να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη δομή και οργάνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας.

Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις και θέσεις, θα επικεντρωθούμε – τουλάχιστον όπως εμείς κρίνουμε αποτελεσματικότερο – και στις προτεινόμενες για συζήτηση σκέψεις μας   για το πως η πόλη μας μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα το θέμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με βάση πετυχημένα παραδείγματα, κυρίως  από πόλεις του εξωτερικού με ίδια, ή παρόμοια, πληθυσμιακά στοιχεία. Για ευνόητους λόγους δεν αναφέρονται συγκεκριμένες πόλεις και ιδρύματα.

Άλλωστε, μπορεί ο κάθε σοβαρά ενδιαφερόμενος να βρεί αρκετά  παραδείγματα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ μέσω του διαδικτύου. Ολοκληρώνοντας λοιπόν το εισαγωγικό αυτό πρόθεμα  παραθέτουμε τις παρακάτω προτάσεις στους φορείς και πολίτες της πόλης μας για να ανοίξει ένας δημόσιος διάλογος και παράλληλα να αναληφθούν πρωτοβουλίες:

  1. Ένα σύγχρονο πανεπιστημιακό σχήμα θα πρέπει ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του μέλλοντος και να είναι εντεταγμένο μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα οικονομικής και κοινωνικής αναδημιουργίας της πόλης, της ευρύτερης περιοχής και της χώρας. Οι καινούργιοι τομείς εκπαίδευσης και έρευνας θα πρέπει να  είναι εξωστρεφείς και να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις του μέλλοντος και δεν πρέπει να αντιγράφουν παθογένειες του παρελθόντος. Η αντιγραφή παλιών πανεπιστημιακών οργανισμών λειτουργίας, σχημάτων, σχολών και τομέων δεν θα προσφέρει καμία ελκυστικότητα στους νέους και απλά, όπως και τώρα συμβαίνει με πολλές πανεπιστημιακές σχολές, θα προσφέρει ένα διαβατήριο προς την ανεργία διευρύνοντας έτσι ένα  ήδη προϋπάρχον λούμπεν προλετάριο.  Η τοπική κοινωνία πρώτα, και μετά η πολιτική ηγεσία, θα πρέπει να βρει το θάρρος να αντιταχθεί σε λαϊκίστικες νοοτροπίες και πρακτικές. Κανείς δεν μας συγχωρήσει στο μέλλον για την ατολμία μας και για την έλλειψη προνοητικότητας για τις ραγδαίες εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας, που ορατά πλέον προοιωνίζουν ανάλογης ταχύτητας οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές μεταβολές. Οι δογματισμοί, οι εμμονές σε αντιλήψεις και πρακτικές των προηγούμενων εποχών δεν συνιστούν πρόοδο, αλλά, όπως είναι ιστορικά αποδεδειγμένο, οδηγούν στη οικονομική και κοινωνική παρακμή.
  2. Δημιουργία Διεύθυνσης Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στο Δήμο. Η ένταξη στο οργανόγραμμα του Δήμου μία μόνιμης υπηρεσίας σε επίπεδο Διεύθυνσης με μοναδικό αντικείμενο την εποπτεία και επίλυση των προβλημάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τεχνοκρατική τεκμηρίωση των προβλημάτων και αιτημάτων του δήμου για το ζήτημα αυτό και την αντιμετώπιση της πόλης από την κεντρική διοίκηση με άλλο πνεύμα.  Εξυπακούεται ότι  η Δ/νση αυτή πρέπει να στελεχωθεί με υψηλών προσόντων προσωπικό, που να μπορεί να μιλά ισότιμα με την ακαδημαϊκή κοινότητα.
  3. Ανάθεση, με πρωτοβουλία της Δημοτικής Αρχής, σε συνεννόηση πάντα με τους θεσμικούς φορείς της πόλης, σε μία ολιγομελή ομάδα τριών έως το πολύ πέντε ατόμων κύρους με υποστήριξη μίας/ενός  γλωσσομαθή γραμματέα, για τη διαμόρφωση και την  επιλογή του ακαδημαϊκού προτύπου και γνωστικών αντικειμένων.  Δυστυχώς μέχρι τώρα, η κεντρική διοίκηση δεν μας έχει συνηθίσει, πλην εξαιρέσεων, στην ανάπτυξη σύγχρονων και με προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης τμημάτων. Το αποτέλεσμα το  βιώνουμε καθημερινά: α) πληθωρισμός πτυχιούχων, αναντίστοιχων προς τις ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας. β) ανεργία και σπατάλη πόρων τόσο σε οικογενειακό όσο και σε εθνικό επίπεδο, και γ) πίεση προς τις πολιτικές ηγεσίες για απασχόληση σε κρατικούς φορείς και κομματική συναλλαγή. Βέβαια κάποιος θα ισχυριστεί ότι το γνωστικό αντικείμενο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι αποκλειστικό προνόμιο του Υπουργείου Παιδείας και της κεντρικής εξουσίας. Πράγματι έτσι είναι μέχρι τώρα. Μήπως όμως πρέπει να δούμε και έναν άλλο δρόμο? Όχι βέβαια αυτόν της ακραίας αυτονομίας, αλλά της συνδιαβούλευσης με τις τοπική κοινωνία? Για να επανέλθουμε λοιπόν στο θέμα, το γνωστικό και εκπαιδευτικό πεδίο μπορεί να στηριχθεί στη βάση των σημερινών τμημάτων και σχολών, αλλά με την απαραίτητη σχετική ομογένεια σε πρώτη φάση, για λόγους που συναρτώνται κυρίως με την ταχύτητα ανάπτυξης του νέου ιδρύματος την οικονομία πόρων και δυνάμεων. (παρένθεση: Ήταν μεγάλο λάθος η κατάργηση του υπάρχοντος τμήματος με γνωστικό και επαγγελματικό αντικείμενο του Φυσικούς Πόρους και το Περιβάλλον. Θα μπορούσε το τμήμα αυτό να εξελίξει την πόλη σε κέντρο σπουδών για πολλές χώρες των Βαλκανίων, της Εγγύς Ανατολής και της Αφρικής με μεγάλες προοπτικές για την οικονομοκοινωνική σύνδεση και της χώρας μας με τις χώρες αυτές). Οι προτάσεις για προσθήκη νέων τμημάτων και σχολών θα πρέπει να είναι αντικείμενο των καθηγητών των  σχολών που ήδη λειτουργούν, της ανωτέρω επιστημονικής ομάδας του δήμου και των επιστημονικών και οικονομικών της πόλης. Τα μέλη της επιστημονικής ομάδας του Δήμου Αγρινίου θα πρέπει να αυτοπεριοριστούν και μην έχουν προσωπικές  επαγγελματικές βλέψεις στο εν λόγω ίδρυμα ή πολιτικές φιλοδοξίες σε τοπικό επίπεδο.  Κύρια αποστολή θα  έχουν τη διεκπεραίωση του έργου αυτού.Όπως προαναφέραμε, υπάρχουν και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ πανεπιστήμια διεθνούς κύρους που εδρεύουν σε πόλεις ανάλογου πληθυσμιακού μεγέθους, που μπορεί να λειτουργήσουν ως παραδείγματα  και πιθανόν ακόμα και να ήθελαν να συνεργαστούν σε ένα πρωτότυπο ακαδημαϊκό σχήμα στη χώρα μας. Παραμένει όμως η βασική αρχή-αξίωμα: το επιστημονικό αντικείμενο/πεδίο, τα τμήματα, οι σχολές ή, η οποιαδήποτε οργανωτική δομή/συγκρότηση, πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας, και να απαντά με δημιουργική προσαρμοστικότητα  στις προκλήσεις του μέλλοντος. Τονίζουμε ξανά με έμφαση: αντιγραφή παλιών δομών και ξεπερασμένων ή κορεσμένων επιστημονικών πεδίων και επαγγελμάτων δεν θα προσφέρει τίποτα στη κοινωνία και όλα θα είναι καταδικασμένα σε γρήγορη απαξίωση και  παρακμή. Πολύ σημαντικό είναι από τη πρώτη κιόλας σύσταση να λειτουργήσουν ξενόγλωσσα (αγγλόφωνα, γαλλόφωνα ή γερμανόφωνα π.χ.) τμήματα, προπτυχιακά και μεταπτυχιακά, για Έλληνες και ξένους φοιτητές. Μία ακόμα καινοτομία θα ήταν η επιλογή των σπουδαστών (αριθμός και τρόπος εισαγωγής) να γίνεται από το ίδιο το πανεπιστήμιο. (Το υφιστάμενο σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια, εκτός από την αξιοπιστία του που ευτυχώς εξακολουθεί να υφίσταται, είναι ξεπερασμένο και έχει επιτελέσει το έργο του ολοκληρώνοντας ένα ιστορικό κύκλο στην πορεία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης). Τέλος, ο χαρακτήρας του ιδρύματος εξυπακούεται ότι θα είναι δημόσιος, κατά το πρότυπο των state universities, και  φυσικά για τους απανταχού Έλληνες δεν θα υπάρχουν δίδακτρα.

4. Επιλογή χώρου ανάπτυξης ενός σύγχρονου πανεπιστημιακού campus. Νομίζουμε ότι είναι γενικά αποδεκτό, πως πανεπιστήμιο διασκορπισμένο σε πολλά κτίρια εδώ και εκεί δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά  σε διοικητικό, εκπαιδευτικό  και πολιτισμικό επίπεδο με οικονομία πόρων και δυνάμεων.  Η διασπορά που υπάρχει σήμερα σε διάφορα δημόσια ή ιδιωτικά ενοικιαζόμενα κτίρια δεν τιμά ούτε τη πόλη, ούτε το πανεπιστήμιο στο οποίο ανήκουν οι σχολές που λειτουργούν. Η διαιώνιση αυτής της κατάστασης δεν μπορεί να συνεχίζεται επ΄ αόριστον. Απαιτείται λοιπόν μία μεγαλύτερη έκταση  για να αναπτυχθεί, ως σύνολο, κτιριακά.

Το παλιό αεροδρόμιο του Αγρινίου είναι πολύ καλός χώρος, για τον οποίο υπάρχει και σχετική προεργασία. Η έκταση των 150 στρεμμάτων, που είχε παραχωρηθεί παλιότερα θα πρέπει να διευρυνθεί στα 300 στρέμματα, για να μπορεί να αναπτυχθούν σύγχρονες εγκαταστάσεις, αλλά και για να καλυφθούν μελλοντικές ανάγκες..

  1. Ανάληψη από το δήμο πρωτοβουλίας για την ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων στο χώρο που προαναφέραμε πάνω στη βάση ενός συνολικού αρχιτεκτονικού και πολεοδομικού σχεδίου με μόνο σκοπό τη χρήση των προβλεπόμενων εγκαταστάσεων από το πανεπιστήμιο. Η χρηματοδότηση ενός τέτοιου προγράμματος εκφεύγει ίσως των δυνατοτήτων της πόλης. Μπορεί όμως να αναζητηθούν και άλλοι τρόποι χρηματοδότησης, χρησιμοποιώντας σύγχρονα χρηματοπιστωτικά εργαλεία. Π.χ. το έργο αυτό μπορεί να ανατεθεί σε ειδικό φορέα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ελεγχόμενο από το Δήμο, ή ακόμα και να αξιοποιηθεί ο μηχανισμός των ΣΔΙΤ σε κάποιες φάσεις για την εξεύρεση των αναγκαίων πόρων, αν η κεντρική διοίκηση αδυνατεί να χρηματοδοτήσει συνολικά το πρόγραμμα αυτό. Θεωρούμε όμως αναγκαίο, σε πρώτη φάση, να επιβληθεί ένα συμβολικό δημοτικό τέλος, δείγμα της θέλησης της πόλης ότι θέτει σε πρώτη προτεραιότητα την ανάπτυξη ενός σύγχρονου συγκροτήματος για τη τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η κίνηση αυτή σε συμβολικό και πρακτικό επίπεδο θα άρει κάθε πρόφαση των καλοθελητών ότι το Αγρίνιο δεν ενδιαφέρεται και κατά συνέπεια δεν προσφέρεται για την ανάπτυξη ενός σχήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι πόροι που θα προκύπτουν από το τέλος αυτό θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο για τη δημιουργία κτιριακών εγκαταστάσεων, άλλων μόνιμων υποδομών και εργαστηριακών εξοπλισμών, χρήσιμων και απαραίτητων για τη λειτουργία σχολών πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Νόμιμες λύσεις ακόμη και με το υφιστάμενο εθνικό και ευρωπαϊκό νομικό καθεστώς μπορεί να εξευρεθούν για το τρόπο χρήσης αυτών των υποδομών από το πανεπιστήμιο.
  2. Παράλληλα με την ανάληψη αυτής της πρωτοβουλίας θα ήταν πολύ χρήσιμο να γίνει ένα ανοιχτό προσκλητήριο προς τους απανταχού Αιτωλοακαρνάνες ακαδημαϊκούς δασκάλους και επιστήμονες με υψηλά προσόντα όχι μόνο να προστρέξουν στις προκηρύξεις  για την επάνδρωση θέσεων στις σχολές του πανεπιστημιακού ιδρύματος της πόλης, αλλά και να βοηθήσουν με το δικό του τρόπο ο καθένας στην ανάδειξη και προβολή αυτού του πρωτοποριακού, κατά τη γνώμη μας, εγχειρήματος στο τομέα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Τη  συνέργεια δηλαδή του κράτους με την τοπική αυτοδιοίκηση και τους τοπικούς φορείς στη δημιουργία ενός δημοσίου χαρακτήρα πανεπιστημίου.

Με τις διαπιστώσεις και  θέσεις αυτές επιχειρήσαμε να τεκμηριώσουμε το βασικό πυρήνα  της όλης πρότασής μας που συμπυκνώνεται στο πως δηλαδή: ομονοώντας να δημιουργήσουμε ένα καινούργιο και πρωτότυπο πανεπιστημιακό σχήμα και να ζητήσουμε από την πολιτεία όχι ένα τμήμα ή μια σχολή, αλλά την πιλοτική ανάπτυξη ενός πρωτότυπου περιφερειακού πανεπιστημίου στα πρότυπα αντίστοιχων πανεπιστημίων του εξωτερικού

Τελειώνοντας, επισημαίνουμε, πως μπορεί το κείμενο αυτό να είναι εξαιρετικά ευρύ και κατά συνέπεια και κουραστικό. Επίσης ζητούμε την κατανόηση του κάθε αναγνώστη για τον σε πολλά σημεία του κειμένου αυτού προσωπικό τόνο. Μπορεί ακόμη ορισμένες αναφορές να δημιουργήσουν και κάποιες πικρίες ή και να αδίκησαν κάποιους. Σε κανένα, όμως, σημείο  δεν υπάρχει επώνυμη αναφορά. Ό,τι διατυπώθηκε, γράφτηκε χωρίς καμιά υστεροβουλία και με μόνη αιτία και κίνητρο την αγάπη για τον τόπο μας, τους πολίτες του και την προκοπή τους μέσα από την επιστήμη, την έρευνα και την καινοτομία.  Δεν έχει σημασία αν χαρακτηριστεί το κείμενο αυτό ως προϊόν αφέλειας, ρομαντισμού, ή ονειροβασίας. Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε που ο συντάκτης του δέχεται παρόμοιους χαρακτηρισμούς. Ούτε έχει σημασία ποιοι δικαιώθηκαν στο τέλος. Πολλοί από τους  «παροικούντες την Ιερουσαλήμ» αντιλαμβάνονται τι εννοούμε. Όμως, η ζωή χωρίς όραμα και στόχους δεν προχωράει. Όσοι θέλουν να είναι μπροστάρηδες στη κοινωνία πρέπει να έχουν όραμα και να εμπνέουν του απλούς πολίτες. Και αυτή η πόλη πρέπει αποκτήσει ένα όραμα, να ανακτήσει την εμπιστοσύνη  στις δυνάμεις της και να αναζητήσει μια νέα ταυτότητα στη σύγχρονη εποχή και στους καιρούς που έρχονται. Ανάγκη λοιπόν, να δράσουμε με ένα πρωτότυπο τρόπο, που θα άρει κάθε επιφύλαξη,  επιχείρημα ή και πρόφαση των αρνητών της ίδρυσης πανεπιστημίου στη πόλη μας.

Αγρίνιο 6-12-2020

*Γεωπόνος

ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΑΓΡΙΝΙΟΥ-ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ- 

 

Ένα Σχόλιο

  1. Η μακροσκελέστατη ανάπτυξη του θέματος του συγγραφέα δε συμφωνεί καθόλου με τον τίτλο της ότι δηλαδή είναι σύντομη η θεώρηση και επειδή είναι απολογητική της υπάρχουσας κατάστασης καθόλου δεν ενδιαφέρει τους ταλαίπωρους Αγρινιώτες. Καμία πόλη που διαθέτει πανεπιστημιακά τμήματα δεν ήταν, δεν είναι, ούτε θα είναι ελκυστική. Επειδή ο κύριος Ντζάνης αναφέρεται στο χρόνο που πέρασε, πριν από 35-40 χρόνια ήταν ελκυστικές το Ρέθυμνο, τα Ιωάννινα, η Κομοτηνή ή εσχάτως η Άρτα, η Άμφισσα και η Σπάρτη; Ποιούς κοροϊδεύει ο αρθρογράφος όταν μόνο το Αγρίνιο με 95000 κατοίκους δεν αξίζει να έχει ΄έστω 1 πανεπιστημιακό τμήμα , ενώ άλλες πόλεις που δεν είναι καν ακριτικές όπως η Σπάρτη, η Λαμία(χωρίς καθόλου πολεοδομικό σχέδιο), η Καρδίτσα, η Άρτα, η Θήβα κλπ. διεκδικούν και στις διαχρονικές διαπραγματεύσεις παίρνουν ένα ή και περισσότερα τμήματα.
    Διερωτώμαι αν ο κύριος Ντζάνης που καταβάλλει φιλότιμες απολογητικές προσπάθειες γιά τους συναδέλφους του στην Πάτρα έχει ταξιδέψει εκτός Πατρών γιά να δεί την αλήθεια των λεγομένων μου. Προφανώς και δεν είναι σωστή η παρασιτική ανάπτυξη που αναφέρει με την αναζωπύρωση όλων των ειδών του τουρισμού, αλλά μήπως τα Ιωάννινα και το Ρέθυμνο δε χρωστούν στα τμήματα που “σωριάζονταν” το ένα πάνω στ’ άλλο τη σημερινή τους ανάπτυξη και μεγέθυνση όλ’ αυτά τα 35-40 χρόνια; Δηλαδή το Αγρίνιο που μάζεψε μέσω της εσωτερικής μετανάστευσης κατοίκους άλλων περιοχών χωρίς να στηρίζεται σ’ αυτό το παρασιτικό μοντέλο των άλλων πόλεων φταίει κι από πάνω; Χρειάζεται τελικά πολύ μεγάλο θράσος να βγαίνει και να τους δείχνει με το δάχτυλο.
    Όσο γιά την εύκολη αφομοίωση της θεωρίας ότι διασπάρθηκαν στα χωριά τα πανεπιστημιακά τμήματα που παράγει το αθηνοκεντρικό κράτος προς τους υπηκόους του, υπάρχει μόνο μία απάντηση. Εσείς στην Αιτωλοακαρνανία έχετε ένα χωριό, ένα καλυβάκι, ένα “αλωνάκι” που κι αυτό θίγεται από τη σημερινή απόφαση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Πατρών. Γιά να τιμηθεί η θυσία των προγόνων σας πριν από 200 χρόνια, κάποιοι οραματιστές πολιτικοί τη δεκαετία 1980-90 δαπάνησαν τεράστια ποσά γιά να γίνει εκεί το ΑΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας το οποίο καταλύθηκε από το Πανεπιστήμιο Πατρών. Είναι το λιγότερο προκλητικό και δείγμα τοπικής αμνησίας ότι αυτό έχει ξεχαστεί τόσο γρήγορα και μάλιστα από πανεπιστημιακό δάσκαλο. Κανένας δεν πρέπει να ντρέπεται γιά την καταγωγή του, όταν μάλιστα κατάγεται από τόσο ΄ένδοξα χωριά, όπως το ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ. Εγώ είμαι Πατρινός, όμως εσείς στην Αιτωλοακαρνανία οφείλετε να μην ακούτε τέτοιες φωνές σαν του κυρίου Ντζάνη, οι οποίες μοιάζουν σαν εκείνη που είπε “ΠΙΣΩ”, όταν γινόταν η ΕΞΟΔΟΣ το 1826, με αποτέλεσμα πολλοί να υπακούσουν και να σφαγούν από τα αιγυπτιακά στρατεύματα. Δε ζητάτε, δεν επαιτείτε, ΑΠΑΙΤΕΙΤΕ όχι άλλη κοροϊδία.
    Οι αληθινές, βαθιά τοπικιστικές προθέσεις του Πανεπιστημίου Πατρών δείχτηκαν πολύ νωρίς το 2019, όταν έκλεισε το τμήμα Μηχανικών Η|Υ στη Ναύπακτο με το επιχείρημα ότι υπάρχει ομοειδές τμήμα στην Πάτρα. Στις διαπραγματεύσεις συγχώνευσης που γίνονταν την περίοδο 2018-19 στα ιδρύματα της Θεσσαλίας, υπήρχαν τέσσερα! τμήματα Πληροφορικής στην περιοχή, τα 2 στη Λαμία με αντικείμενο την Πληροφορική, το 1 στο Βόλο με αντικείμενο τους Μηχανικούς Πληροφορικής κι άλλο ένα στη Λάρισα το οποίο διατηρήθηκε με αλλαγή τίτλου όπως και τα υπόλοιπα ! χάρη στην αποφασιστικότητα και την επιμονή του καθηγητή περιφερειάρχη της. Άρα λοιπόν, πρέπει να έχει κανείς θάρρος κι όχι ατολμία κι αναποφασιστικότητα όπως ισχυρίζεται ο κύριος Ντζάνης. Στη Ναύπακτο λοιπόν έγινε η πρώτη υποχώρηση των Αιτωλοακαρνάνων και τώρα ετοιμάζουν και την άτακτη οπισθοχώρηση και τα υπόλοιπα τμήματα χωρίς να πέσει ούτε μία ντουφεκιά όπως έλεγε κι ο Παπαφλέσσας. Και οι προθέσεις του Πανεπιστημίου Πατρών συνεχίζουν να είναι τοπικιστικές επειδή είναι αντίθετες ακόμα και στη μητροπολιτική ανάπτυξη ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ. Όπως γνωρίζετε, το Αίγιο και η Ναύπακτος απέχουν μόλις 20-25 λεπτά της ώρας από το Ρίο, ενώ το Μεσολόγγι γύρω στα 35-40 λεπτά. Σε μία μητροπολιτική λοιπόν προοπτική και οι 3 πόλεις μπορούν να γίνουν προάστια της Πάτρας. Αν χάσουν τα πανεπιστημιακά τμήματα που έχουν ήδη, πώς θα επιτευχθεί αυτό; Μπορεί λοιπόν ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών να ανταγωνίζεται τον περιφερειάρχη Δυτικής Ελλάδας ή να είναι πιό πάνω απ’ αυτόν;
    Κανείς λοιπόν μη δώσει σημασία σ’ αυτές τις αναλύσεις που δεν προσθέτουν τίποτα καινούργιο στην ιστορία των πανεπιστημιακών τμημάτων που έχασε και η Αιτωλοακαρνανία και η Ηλεία και η ίδια η Αχαϊα από τη διαχρονικά υπερσυγκεντρωτική πολιτική του Πανεπιστημίου Πατρών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε Επίσης

Back to top button